Περπατούσε στη μεγάλη αίθουσα αδιάφορα. Το γούστο του διέφερε κατά πολύ από το γούστο του Alfonzo. Ο τελευταίος φαινόταν να ενδιαφέρεται για το μακάβριο πολύ περισσότερο από την βασιλική αρχοντιά, τα πλούτη με τα οποία ολόκληρη η Πόλη ήταν διακοσμημένη. Τα υφάσματα, τα σκεύη, τα έπιπλα, ήταν όλα περίτεχνα φτιαγμένα, μα κάτι φαινόταν να τους παίρνει την λάμψη. Ήταν απλή η απάντηση για όποιον ήξερε τους Lasombra και την αγάπη τους για το σκοτάδι, μα δεν ήταν μόνο αυτό. Ο ίδιος είχε ζήσει αρκετά χρόνια και γνώριζε το σκοτεινό και το ανησυχητικό από το μακάβριο. Ο Alfonzo είχε χάσει οποιονδήποτε δρόμο ακολουθούσε στη ζωή του και μαζί με αυτό κάθε μέτρο. Είχε παρευρεθεί στις συγκεντρώσεις του πολλές φορές και είχε δει τις λιγοστές στιγμές που πρόδιδαν κάποιου είδους διεστραμμένη ευχαρίστηση στο πρόσωπο του Alfonzo. Και έτσι δεν ήταν έκπληξη το πόσο σκοτεινό και δυσάρεστο ήταν αυτό το μέρος, το μέρος στο οποίο ηρεμούσε ο Alfonzo, το μέρος στο οποίο το Κτήνος απολάμβανε κάθε είδους διαστροφή και μπορούσε απλά να μένει στην επιφάνεια, χωρίς να παίρνει τον έλεγχο. "Σαν κακομαθημένο παιδί", σκέφτηκε "που ο πατέρας του δεν του χαλάει χατίρι". Δεν ένιωθε συμπάθεια προς τον Επίσκοπο. Ήταν ένα εργαλείο, αυτός και το κακομαθημένο Κτήνος του, και υπηρετούσαν τον σκοπό τους πολύ καλά.
Το βλέμμα του Alfonzo τον ακολουθούσε διακριτικά και αποφάσισε πως ήταν σοφό να μην του δώσει τροφή για σκέψη - ή κάτι χειρότερο. Έκανε ένα τυχαίο σχόλιο για τη διακόσμηση, ευελπιστώντας να αποδιώξει τις όποιες κακές σκέψεις έκανε ο Alfonzo. Δεν κατάλαβε αν το πέτυχε. Ο Επίσκοπος απλά χαμογέλασε πλατιά, αφήνοντας τους κυνόδοντές του να λάμψουν και συνέχισε να πίνει. "Αρκετά", σκέφτηκε "έχω μια δουλειά να κάνω". Κοίταξε τριγύρω και διάλεξε γρήγορα την πολυθρόνα που δεν θα διάλεγε σε άλλη περίπτωση: μαύρη, από βαρύ ξύλο, που έριχνε τη σκιά της προς 4 διαφορετικές μεριές. Ήθελε να επιβληθεί στον Alfonzo, ή απλά να τον εκνευρίσει. "Ένα και το αυτό", σκέφτηκε.
Ο Επίσκοπος άπλωσε τα χέρια του στην κουπαστή της μπανιέρας του και άφησε να πέσει το χρυσό του δισκοπότηρο στο πάτωμα. Οι υπηρέτες του τρέξανε χωρίς δισταγμό να συγυρίσουν. Ο Alfonzo δεν τους έριξε ούτε ένα βλέμμα, αντ' αυτού χαμογέλασε και κοίταξε τον επισκέπτη του. Οι σκιες της πολυθρόνας άρχισαν να μακραίνουν και τύλιξαν τον Καϊνίτη, χαιδεύοντας τον χιτώνα του.
"Όχι σε αυτόν τον χώρο..." είπε χαμογελώντας ο Alfonzo. "Εδώ όλοι και όλα υπακούν στο πρόσταγμά μου. Εγώ είμαι ο Άρχοντας και θα μου απευθύνεσαι με τον σεβασμό που μου αρμόζει."
Δεν μπορούσε παρά να δεχτεί τα γεγονότα, μα δεν δέχτηκε την ήττα του.
"Άρχοντα", απάντησε με μια μικρή περιφρόνηση στη φωνή του "δεν ήρθα για να σε προσβάλλω με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν είναι μια κοινωνική επίσκεψη αυτή εδώ. Και αν δεν ήσουν ο Άρχοντας εδώ γνωρίζεις πως δεν θα σε είχαμε πλησιάσει. Απλά γνώριζε πως δεν με εντυπωσιάζουν τα μικρά σου παιχνίδια" πρόσθεσε κοιτάζοντας τον χορό των σκιών τριγύρω του. "Και σίγουρα δεν εντυπωσιάζουν αυτούς που με έστειλαν εδώ..."
Το χαμόγελο του Alfonzo στιγμιαία έσβησε, μα η στάση του σώματός του δεν άλλαξε. "Σε ακούω, αγγελιοφόρε" είπε περιπαικτικά, χαλαρώνοντας και πάλι.
"Οι Assamites θα είναι στο κατόπι σου για μερικές νύχτες. Κάτω από τις διαταγές των Αντωνιανών. Ήρθε η ώρα, φαίνεται, να πληρώσεις για όσο κακό έχεις κάνει στην Κωνσταντινούπολη. Και αυτή τη φορά θα γίνει μυστικά, μια δολοφονία για την οποία κανείς Καϊνίτης της Πόλης δεν θα μπορεί να κατηγορηθεί. Βρήκαν τον τρόπο να το κάνουν. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν."
Το βλέμμα του Alfonzo σκοτείνιασε. "Υπάρχει κάποια διέξοδος από όλο αυτό, έτσι δεν είναι; Δεν θα καθίσετε με σταυρωμένα χέρια! Με έχετε ανάγκη!"
Ο Καϊνίτης σηκώθηκε προσπαθώντας να κρύψει το χαμόγελό του. Διασκέδαζε να βλέπει το Κτήνος τρομαγμένο στο πρόσωπο του Alfonzo. Μα το κακομαθημένο παιδί θα έκανε κάτι βιαστικό και επικίνδυνο, αν το άφηνε να δει τις σκέψεις του. Δεν ήξερε πόσο θα άντεχε ο Alfonzo μέχρι να υποκύψει και δεν ήθελε να τον βασανίσει, τουλάχιστον όχι τώρα.
"Σε αφήσαμε ποτέ χωρίς βοήθεια, Άρχοντα Alfonzo;" είπε πλησιάζοντας την μπανιέρα. "Το θέμα όμως είναι τόσο λεπτό... Απαιτείται διακριτικότητα. Δεν μπορούμε να σε αφήσουμε να... εξαφανιστείς μια για πάντα. Είσαι ένα πολύτιμο εργαλείο για τα σχέδιά μας. Μα δεν μπορούμε να διακινδυνεύσουμε και τους υπόλοιπους πράκτορές μας στην Πόλη. Λόγου χάρη... εμένα."
Βούτηξε το δάχτυλό του στο παγωμένο αίμα στο οποίο μούλιαζε ο Alfonzo και έτριψε τα ματωμέντα του δάχτυλα μεταξύ τους.
"Αντί για τον Τελικό Θάνατο που φαίνεται να είναι το πεπρωμένο σου τώρα, θα σου κάνουμε ένα δώρο: το κεφάλι του Thomas Feroux. Μα χρειάζεται να θυσιάσεις όλες σου τις ανέσεις, όλη σου την ασφάλεια, προσωρινά ασφαλώς, καθώς και όλη σου τη φρουρά, ίσως και μερικά από τα πιο κοντινά σου άτομα. Τι έχεις να απαντήσεις σε αυτό;"
Με μια φωνή, τραχιά και απειλητική, ο πατέρας και το κακομαθημένο του παιδί απάντησαν: "Θα θυσιάσω παραπάνω από όσα χρειάζονται για να γίνει αυτό."
"Δεν περίμενα κάτι λιγότερο από την αφεντιά σου, Alfonzo" είπε υποτιμητικά ο Καϊνίτης, ενώ ήδη κατευθυνόταν προς την έξοδο. "Θα επιστρέψω αργότερα. Πρέπει, βλέπεις, να οργανώσω τη δολοφονία σου. Πες μου, ποιον θα θυσιάσεις πρώτο;"
Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009
Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009
Ξεπληρώνοντας τα Χρέη στους Πρεσβύτερους
Ο Καϊνίτης άφησε να του βγει ένα ουρλιαχτό πόνου. Γνώριζε πως περνούσε όσα περνούσε για έναν καλό λόγο. Κάθε τράβηγμα στο πετσί του όμως τον έκανε να αμφισβητεί αν αξίζουν όλα αυτά. Βασανιζόταν, το δέρμα του έκαιγε και οι μύες του παραπονιόντουσαν, το Κτήνος κρυφογέλαγε στη σκοτεινή γωνία της ψυχής του, μα ήταν κλεισμένο στη φυλακή της Πεποίθησής του. Αφιερωμένος, όπως και τόσοι άλλοι, στην εκδίκηση, αφοσιωμένος στους καταστροφικούς τους σκοπούς, ήξερε πως έτσι ξεπλήρωνε τα παλιά του χρέη και άνοιγε νέους λογαριασμούς.
Το πλάσμα από πάνω του είχε ένα ζαλισμένο βλέμμα, ανοιγόκλεινε τα μάτια του από την εξουθένωση και τα χέρια του τρέμανε. Αυτό έκανε την επέμβαση ακόμα πιο δύσκολη για το πλάσμα και πιο επίπονη για τον Καϊνίτη.
"Μα τους Θεούς, δώστε του λίγο σφρίγος ακόμα!" κατάφερε να μουγκρίσει μέσα από τα βογγητά του. Δεν μπορούσε να νιώσει το σώμα του πλέον, το αίμα είχε σχεδόν στερέψει, μα κρατιόταν χωρίς να παραπονεθεί, χωρίς να πει το παραμικρό. Η εκδίκησή του, αν και αιώνες αργοπορημένη, ήταν πλέον γεγονός. Ακόμα ένα λιθαράκι στην προσπάθεια της καταστροφής της Κωνσταντινούπολης, ή ένα λιθαράκι λιγότερο στα τείχη της, στις άμυνές της, μέχρι να είναι έτοιμη να πέσει σαν ώριμο φρούτο στα χέρια των Αφεντάδων του.
Οι ώρες πέρασαν δύσκολα. Ένιωθε πως ήταν πάνω σε αυτό το τραπέζι μέρες. Μα το πλάσμα δεν είχε σταματήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τελικά τραβήχτηκε πίσω και ένιωσε το μηχανισμό να ανασηκώνει το τραπέζι και άνοιξε τα μάτια του. Μπροστά του στεκόταν χαμογελαστός ο Μαλκαβιανός. Του μίλαγε, μα η φωνή του δεν έφτανε στα αυτιά του Καϊνίτη. Αντ' αυτού ψίθυροι από χιλιάδες φωνές σκαρφάλωναν στο μυαλό του, τρύπωναν μέσα, έγδερναν, έσκαβαν. Πονούσαν. Ούρλιαξε για άλλη μια φορά και προσπάθησε να σπάσει τα δεσμά του - μάταια. Το βλέμμα του, ανάμεσα στους σπασμούς, έπεσε στο κατακρεουργημένο σώμα του, πλέον ένωμένο σε ένα βουνό σάρκας, νυχιών και σαγονιών. Οι φωνές γίνανε εκκωφαντικές, μπλέχτηκαν με το ουρλιαχτό του και το υστερικό γέλιο του Μαλκαβιανού τύλιξε τα πάντα στην παράνοια και τα κλείδωσε καλά στο μυαλό του νέου War Ghoul.
Το πλάσμα από πάνω του είχε ένα ζαλισμένο βλέμμα, ανοιγόκλεινε τα μάτια του από την εξουθένωση και τα χέρια του τρέμανε. Αυτό έκανε την επέμβαση ακόμα πιο δύσκολη για το πλάσμα και πιο επίπονη για τον Καϊνίτη.
"Μα τους Θεούς, δώστε του λίγο σφρίγος ακόμα!" κατάφερε να μουγκρίσει μέσα από τα βογγητά του. Δεν μπορούσε να νιώσει το σώμα του πλέον, το αίμα είχε σχεδόν στερέψει, μα κρατιόταν χωρίς να παραπονεθεί, χωρίς να πει το παραμικρό. Η εκδίκησή του, αν και αιώνες αργοπορημένη, ήταν πλέον γεγονός. Ακόμα ένα λιθαράκι στην προσπάθεια της καταστροφής της Κωνσταντινούπολης, ή ένα λιθαράκι λιγότερο στα τείχη της, στις άμυνές της, μέχρι να είναι έτοιμη να πέσει σαν ώριμο φρούτο στα χέρια των Αφεντάδων του.
Οι ώρες πέρασαν δύσκολα. Ένιωθε πως ήταν πάνω σε αυτό το τραπέζι μέρες. Μα το πλάσμα δεν είχε σταματήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τελικά τραβήχτηκε πίσω και ένιωσε το μηχανισμό να ανασηκώνει το τραπέζι και άνοιξε τα μάτια του. Μπροστά του στεκόταν χαμογελαστός ο Μαλκαβιανός. Του μίλαγε, μα η φωνή του δεν έφτανε στα αυτιά του Καϊνίτη. Αντ' αυτού ψίθυροι από χιλιάδες φωνές σκαρφάλωναν στο μυαλό του, τρύπωναν μέσα, έγδερναν, έσκαβαν. Πονούσαν. Ούρλιαξε για άλλη μια φορά και προσπάθησε να σπάσει τα δεσμά του - μάταια. Το βλέμμα του, ανάμεσα στους σπασμούς, έπεσε στο κατακρεουργημένο σώμα του, πλέον ένωμένο σε ένα βουνό σάρκας, νυχιών και σαγονιών. Οι φωνές γίνανε εκκωφαντικές, μπλέχτηκαν με το ουρλιαχτό του και το υστερικό γέλιο του Μαλκαβιανού τύλιξε τα πάντα στην παράνοια και τα κλείδωσε καλά στο μυαλό του νέου War Ghoul.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)