Οι φαρδιές πλάκες της Μέσης γυάλιζαν από τη βροχή που συνέχιζε να πέφτει για δεύτερη συνεχόμενη νύχτα στην Κωνσταντινούπολη. Το πράσινο της μούχλας έλαμπε σαν σμαράγδι και οι αρμοί γέμιζαν με νερό σαν μικροσκοπικά ποταμάκια. Δεξιά και αριστερά το γρασίδι δροσιζόταν και αυτό και έτρεμε κάτω από το βάρος της βροχής. Τα ρούχα του Gabryn είχαν βαρύνει και είχαν κολλήσει στο σώμα του, παγώνοντας τις αρθρώσεις του, μα δεν τον ενοχλούσε. Είχε την διάθεση ενός μικρού παιδιού. Για στιγμές δεν ένιωθε Καϊνίτης, δεν ένιωθε το βάρος της κατάρας του, ένιωθε απλά σαν ένα μικρό παιδί, χαρούμενο και ξετρελαμένο με το φυσικό φαινόμενο, προσπαθώντας να συλλάβει τη φύση και τη σημασία του, μα κυρίως συνεπαρμένο από το μεγαλείο του. Περπατούσε γρήγορα, μα όχι βιαστικά. Ήταν η καλή του διάθεση που του έδινε ώθηση. Ήταν τα πάντα σε αυτή τη σκηνή, ειδικά η μοναξιά του. Ήταν ολομόναχος, είχε όλο το περιβάλλον του στη διάθεσή του, να παίξει μαζί του, όπως ποτέ δεν κατάφερε να παίξει στα παιδικά του χρόνια. Στα χέρια του έπαιζε πάντα το πορφυρό μαντήλι του Γρηγορίου. Το κοίταγε ανυπόμονα, σαν να περίμενε από αυτό να τον μεταφέρει μπροστά στο χρόνο, να βρει τον Ομοπάτριό του και εκείνος να τον οδηγήσει στον Άρχοντα Πετρόνιο. Μα ταυτόχρονα ευχόταν να μπορούσε για μια μέρα ολόκληρη να περπατάει στη Βασιλεύουσα, να κάνει βόλτες όπως τώρα: μόνος, καθαρός και ήρεμος. Ελεύθερος. Πάνω απ' όλα ελεύθερος.
Ένας βαθύς και δυνατός ήχος, που απλώθηκε σε όλη την περιοχή, του απέσπασε την προσοχή. Μα δεν έδιωξε το συναίσθημα. Κοίταξε προς τα βόρεια. Η Αγία Σοφία. Οι καμπάνες της χτυπούσαν, χωρίς προφανή λόγο. Δεν ήξερε πολλά για τα Χριστιανικά Μυστήρια, μα η ώρα ήταν περασμένη. Απέμεινε σαν υπνωτισμένος να κοιτάζει την κολοσσιαία εκκλησία και το αίσθημα της ελευθερίας τον έπνιξε, με τον ήχο της καμπάνας να βάζει ένα υπέροχο χαλί στις φαντασιώσεις του Gabryn. Δεν είχε νιώσει έτσι ποτέ. Δεν μπορούσε να κινηθεί. Ήταν η βροχή ή κάτι άλλο, δεν μπορούσε να καταλάβει. Μα η Αγία Σοφία έλαμψε για μια στιγμή, με το φως χιλίων αστεριών. Τότε η καμπάνα σταμάτησε. Οι σταγόνες της βροχής, που φάνηκαν να στέκονται μετέωρες για εκείνη τη στιγμή, συνέχισαν να πέφτουν με μεγαλύτερη ορμή. Ο ουρανός άστραψε και βρόντηξε. Η βροχή έγινε καταιγίδα σε δευτερόλεπτα - ή ήταν λεπτά, ώρα; Ο Gabryn δεν μπορούσε να πει. Το αίμα του κύλησε στις φλέβες του και του έδωσε την προσωρινή ζωή που δίνει στο νεκρό σώμα των Καϊνιτών. Εξέπνευσε. Είχε ανάγκη τον αέρα, όχι για να ζήσει, μα για να ηρεμήσει. Ένιωθε ένα τεράστιο χέρι να τον σέρνει μακριά από το συναίσθημα ελευθερίας που τον γέμιζε μέχρι πριν λίγο. Ήθελε να βρει ένα καταφύγιο, γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Έτρεξε σφίγγοντας το μαντήλι στα χέρια του. Γλίστραγε, σκόνταφτε, μα συνέχισε να τρέχει προς το φόρουμ, σαν να τον κυνηγούσε ο σατανάς ο ίδιος.
Έπεσε πάνω στην προκαθορισμένη κολώνα με δύναμη, γλιστρώντας στο μάρμαρο. Προσπάθησε να κρατηθεί από την κολώνα, μα κι αυτή γλιστρούσε, αφήνοντάς τον να πέσει στη βάση της. Πόνεσε, μα κατάφερε να σταθεί ξανά όρθιος, βαριανασαίνοντας, και τύλιξε το μαντήλι γύρω από την κολώνα. Άρχισε να τριγυρίζει στο φόρουμ, τρεκλίζοντας, περιμένοντας ανυπόμονα τον Ομοπάτριό του.
Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)