Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Στη Φυλακή

Ο αέρας μύριζε κλεισούρα και θάνατο, πείνα και απόγνωση. Κάτι σκίρτησε μέσα του, μα οι περιστάσεις δεν του επέτρεπαν να νιώσει σαν στο σπίτι του. Γύριζε αργά το βλέμμα, περπατώντας στο ρυθμό που επέβαλαν οι δεσμοφύλακες. Το μπουντρούμι ήταν πιο σιωπηλό από όσο περίμενε. Αργότερα σκέφτηκε πως δεν ήταν μια απλή φυλακή για τον καθέναν. Οι τρόφιμοι ήταν όλοι χρόνια νεκροί, ακόμα και όσοι έγερναν από τα κελιά τους να κοιτάξουν την νέα άφιξη. Έτσι η σιωπή βασίλευε, πλεγμένη με τη σκιά, και ο θόρυβος από τη Ζάβα, την αλυσιδωτή πανοπλία των φρουρών, με το τακτικό τους βήμα να δίνει το ρυθμό, έμοιαζε με αχτίνα μέσα στα σύννεφα. Μόνο που δεν έφεραν την ελπίδα, τη μέρα, τη ζεστασιά, παρά έναν κουρασμένο Καππαδοκιανό ονόματι Bernardo Gambelo-Giovanni.
Έψαχνε με το βλέμμα να αναγνωρίσει όλους τους συντρόφους του. Η πρώτη φιγούρα ήταν όρθια, μα κινούνταν στην γωνία που το λιγοστό φως του διαδρόμου δεν άγγιζε. Μα το κοντό, γεροδεμένο παράστημα τον βεβαίωσε πως ήταν ο Βαρώνος. Στεκόταν όπως ακριβώς τον είχε δει τελευταία φορά, την προηγούμενη νύχτα, με την πλάτη προς αυτόν και το κεφάλι πάντα ψηλά. Οι Gangrel του ήταν στα γειτονικά κελιά, μούγκριζαν και περπατούσαν, ανήσυχοι και απειλητικοί. Παραπέρα ο Tzimise Άρχοντας Νικηφόρος, βλοσυρός και σκεφτικός, τον χαιρέτισε με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού. Το απέναντι κελί φαινόταν άδειο και δίπλα δύο τεράστια χέρια που είχαν αρπάξει τα κάγκελα, σαν να περίμεναν την κατάλληλη στιγμή να τα ξεριζώσουν. Και αν δεν γινόταν να κάνει λάθος ως προς το άτομο που ήταν εκεί, η εικόνα που περίμενε να δει ήταν διαφορετική: ο γιγαντόσωμος Vargsieg ήταν γονατισμένος με τα χέρια στην πόρτα και μουρμούριζε. Η εικόνα και μόνο του ηττημένου Gangrel, του Θηρίου που φυλακίστηκε, ήταν ικανή να ρίξει το ηθικό του Καππαδοκιανού.
Προσπάθησε να δει αν κάποιος είχε γλιτώσει, μα ήξερε πως και σε αυτήν την περίπτωση δεν θα ήταν για πολύ. Ήταν ένας από τους λόγους που είχε παραδωθεί, μαζί με την πίστη του πως οι πράξεις του δεν θα επισύρουν κάποια ποινή.