Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010
"Είδα ό,τι υπήρχε να δω και διέταξα το φως να κρύψει όλα τα άλλα. Γέννησα δάκρυα και αναστεναγμούς, θάλασσες ανταριασμένες, για να πνίξω το μίσος και το διχασμό των παιδιών μου. Στέρεψαν και άφησαν άμμο απαλή για να ξαπλώσουν. Είδα το Όνειρό μου να δαγκώνει τη σάρκα του και να τη φτύνει με μανία. Και όταν τα μάτια μου κοίταξαν το Θεό, ήταν τόσο νεκρά που ούτε Εκείνος, ο Πάνσοφος και Ελεήμων, δεν με λυπήθηκε. Παλιέ μου φίλε και μαθητή, τι συμβαίνει στην Πόλη μου;"
Η Πορεία των Ιησουϊτών
Είχαν περάσει χρόνια που κανείς δεν είχε βγει από το Μοναστήρι των Ακοιμήτων. Οι μοναχοί, αεικίνητοι και απασχολημένοι, πάντα έδιναν μια απόκοσμη ζωή σε αυτό το μέρος. Ψιλόλιγνες φιγούρες που κινούνταν σπασμωδικά, εξαφανίζονταν για ώρες και εμφανίζονταν σε διαφορετικά μέρη του μοναστηριού, θνητοί υπηρέτες δύο κυρίων, του επίγειου και του θείου, έκαναν όλη την ώρα τις δουλειές που απαιτούσε η θέση τους. Και στο πιο σκοτεινό σημείο αυτού του ιερου μέρους δύο άντρες σε βαθιά περισυλλογή, ενωμένοι σε αυτές τις δύσκολες ώρες.
Και τώρα, μια μεγάλη συνοδεία τους ακολουθούσε έξω από τον περίβολο του Μοναστηριού. Η αργές τους κινήσεις δεν ήταν απόρροια διστακτικότητας. Αναγνώριζαν όλοι, μέχρι τον τελευταίο πως περπατούσαν θαρραλέα μεν, επιφυλακτικά δε, στο βασίλειο κάποιου άλλου. Ο Συμεών ατένιζε την Κωνσταντινούπολη, αόριστα προς τη μεριά του Μεγάλου Ανακτόρου, ενώ ο Τζεζού κρατούσε τα μάτια του κλειστά, σαν να ήθελε να παγιδεύσει κάθε σκέψη του μέσα στο κεφάλι του. Τα άλογα γνώριζαν τον δρόμο και, σαν να ένιωθαν και αυτά τη σοβαρότητα της κατάστασης, κρατούσαν τα κεφάλια χαμηλά σε ένδειξη σεβασμού, οδηγώντας τους Ιησουίτες Τζιμίσι προς την Σύνοδο.
Και τώρα, μια μεγάλη συνοδεία τους ακολουθούσε έξω από τον περίβολο του Μοναστηριού. Η αργές τους κινήσεις δεν ήταν απόρροια διστακτικότητας. Αναγνώριζαν όλοι, μέχρι τον τελευταίο πως περπατούσαν θαρραλέα μεν, επιφυλακτικά δε, στο βασίλειο κάποιου άλλου. Ο Συμεών ατένιζε την Κωνσταντινούπολη, αόριστα προς τη μεριά του Μεγάλου Ανακτόρου, ενώ ο Τζεζού κρατούσε τα μάτια του κλειστά, σαν να ήθελε να παγιδεύσει κάθε σκέψη του μέσα στο κεφάλι του. Τα άλογα γνώριζαν τον δρόμο και, σαν να ένιωθαν και αυτά τη σοβαρότητα της κατάστασης, κρατούσαν τα κεφάλια χαμηλά σε ένδειξη σεβασμού, οδηγώντας τους Ιησουίτες Τζιμίσι προς την Σύνοδο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)