"Τα καλύτερα μπαχαρικά της Ανατολής!
Γαρύφαλλο, κανέλλα, λιβάνι και μαστίχα. Φυσικά κάρυ και μοσχοκάρυδο. Μαχλέπι αλλά και κολίανδρο. Εκεί δίπλα από το χαλί μέσα στο πιθάρι έχω κάρδαμο και τριμμένο κρεμμύδι. Πιο δίπλα σε εκείνο το αγγείο έχω πιπέρι. Πιπέρι μαύρο αλλά και κάτι που θα βρείς μόνο σε μένα. Πιπέρι άσπρο και κόκκινο από τα βάθυ της Ανατολής. Εκεί που παντρεύουν την πάπρικα με την πιπερόριζα με τρόπο μαγικό και ικανό να σε ταξιδέψει σε κόσμους ξένους, διαφορετικούς!
Ναι, καλά άκουσες ότι έχω τη μεγαλύτερη ποικιλία από μπαχαρικά, αρωματικά και βότανα. Ποικιλίες κατευθείαν από την Ανατολή, για κάθε χρήση. Από το φαγητό μέχρι και την αιώνια ζωή!
Αυτά είναι μυστικά που δε μοιράζονται! Και φυσικά ούτε χαρίζονται... αλλά προφανώς πωλούνται! Αυτό να μεταφέρεις στην Κυρά σου. Το βραδάκι είναι πιο ήρεμα και καμιά φορά είμαστε ανοικτά. Μπορεί να περάσει αν το επιθυμεί.
(...)
“Χρειάζομαι αυτά τα βότανα” αποκρίνεται μια ώριμη γυναίκα στον Γκάμπριν. Το μαύρο σκοτάδι είχε καλύψει την Πόλη και οι ψίθυροι έκρυβαν καλά τα μυστικά τους.
“ Οι πόθοι της πετούν μακριά, για τη χαρά της νιότης,
κι’αγάπη νοιώθει στη καρδιά μόνο για κάποιο βασιλιά,
που βλέπει στο όνειρο της...”,
σιγοτραγούδησε ο Καϊνίτης ενώ κοίταξε πονηρά για μια στιγμή την γυναίκα στα μάτια.
"Έχω ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι..Το ελιξήριο της νεότητας που τόσο ποθείς απεγνωσμένα. Και αυτό το μαγικό άρωμα για να αποπλανήσεις τον πρίγκηπα που σε προσπέρασε."
Θα περίμενε κανείς ότι η γυναίκα θα είχε προσβληθεί με την αμεσότητα και το θράσσος του Ανατολίτη που μιλούσε για εκείνη σα να τη γνώριζε μια ζωή ολόκληρη. Και όμως η μαυροφορεμένη γυναίκα άρπαξε τα δυο μπουκαλάκια στα γρήγορα χωρίς να αρθρώσει λέξη και το ίδιο γρήγορα ανέβηκε σε μια άμαξα που έσερναν 4 μαύρα άλογα. Είχε ακουμπήσει στο χέρι του Γκάμπριν ενα πουγκί και ένα μικρό δέμα καλά τυλιγμένο. Και αν το πρώτο τον ικανοποίησε, τότε το δεύτερο του προκάλεσε τεράστια ευφορία. Ο Καϊνίτης έτριψε τα χέρια του από χαρά. Στο βάθος είδε τον Νικηφόρο Τσιμισκή να πλησιάζει.
Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009
Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009
Η Πρώτη Απόφαση
Ανήμπορος να αναγνωρίσει τη μεγαλοπρέπεια της έπαυλης του Bishop Alfonzo προχώρησε διστακτικά προς το μεγάλο κτίριο. Δεν μπορούσε να συνηθίσει τον περίεργο αυτόν κόσμο. Παλάτια και μεγαλοπρεπείς κατοικίες, ναοί και εκκλησίες, κίονες και μεταξένια σεντόνια κρεμασμένα σε χρυσές και ασημένιες μπάρες, του κόσμου τα πλούτη, όσα δεν φανταζόταν πως είχαν κληροδοτήσει στη γη οι θεοί του, όλα ξεπηδούσαν εκεί που δεν το περίμενες σε αυτήν την Πόλη. Και συνέχιζαν να παρουσιάζονται κάτω από κάθε πέτρα που σήκωνε: κάθε σοκάκι που διάβαινε, κάθε πόρτα που άνοιγε, κάθε αυλή και κάθε αποθήκη.
Είναι περίεργο το λεξιλόγιό σου να μην περιέχει μια λέξη. Σημαίνει πως υπάρχει πιθανότητα να μάθεις τι σημαίνει πριν μάθεις πώς το λένε. Άλλοι το απολαμβάνουν, άλλοι το μισούν, άλλοι σπανίως το προσέχουν. Η λέξη "ματαιοδοξία" ήταν αυτή που έλειπε από τον Vargsieg. Ένιωθε να τον διαποτίζει, να τον πνίγει. Και ήθελε να βρει αυτή τη λέξη που περιγράφει όσα είχε δει, μα η φτωχή του ανατροφή δεν τον είχε προετοιμάσει για αυτό. Και έτσι δεν μπορούσε να το μεταφράσει, τα θεωρούσε όλα αινιγματικά και εξωτικά. Έβρισκε την αιτία στον μοναχικό θεό των ανθρώπων αυτών, στην πίστη τους. Ένιωθε ευγνωμοσύνη που οι δικοί του θεοί τον είχαν αναθρέψει με τον σωστό τρόπο.
Και τώρα περνούσε το κατώφλι ενός ακόμα από αυτούς τους περίεργους και εξωτικούς ανθρώπους. Ήταν η πρώτη του επιλογή σε αυτή την Πόλη από όταν ήρθε πρώτη φορά εδώ. Μπορεί ο ιδιοκτήτης να ήταν κι αυτός ένα αίνιγμα, μα τουλάχιστον τον είχε καλέσει, του είχε δώσει την επιλογή να είναι εκεί. Ο Vargsieg το σεβόταν αυτό. Τον έκανε να νιώθει πιο πολύ σαν στο σπίτι του από οτιδήποτε άλλο σε αυτή την ξένη γη.
Έσφιξε στο χέρι του την προβιά. Δεν είχε τίποτα να φοβάται όσο την κρατούσε κοντά του. Μουρμούρισε δύο τρεις λέξεις, μα η τραχιά φωνή του και η σκληρή μητρική του γλώσσα έκαναν τους φρουρούς να ανατριχιάσουν. Αντάλλαξαν βλέμματα παγώνοντας στη θέση τους για μια στιγμή. Ο κολοσσός όμως είχε αλλάξει το βήμα του, αποφασιστικό και βιαστικό πλέον.
Κρατώντας τα κράνη τους άρχισαν να τρέχουν πίσω του, μα πριν ακόμα τον φτάσουν ήξεραν πως δεν τον οδηγούσαν, δεν τον συνόδευαν πλέον. Ήταν κάτι το εξωπραγματικό αυτός ο γίγαντας. Οι σκέψεις του είχαν πλυμμηρίσει την ατμόσφαιρα. Ήταν μόνος του, δεν είχε ανάγκη κανέναν. Ήξερε τι ήθελε και ποιο ήταν το πεπρωμένο του. Κανένας δεν θα έμπαινε στο δρόμο του, κι αν έμπαινε τόσο το χειρότερο για αυτόν. Με το τρέξιμό τους ίσα ίσα μπορούσαν να τον ακολουθήσουν. Γρήγορα τα παράτησαν και έφτασε μονάχος μπροστά τη βαριά ξύλινη πόρτα την ώρα που άνοιγε.
Είναι περίεργο το λεξιλόγιό σου να μην περιέχει μια λέξη. Σημαίνει πως υπάρχει πιθανότητα να μάθεις τι σημαίνει πριν μάθεις πώς το λένε. Άλλοι το απολαμβάνουν, άλλοι το μισούν, άλλοι σπανίως το προσέχουν. Η λέξη "ματαιοδοξία" ήταν αυτή που έλειπε από τον Vargsieg. Ένιωθε να τον διαποτίζει, να τον πνίγει. Και ήθελε να βρει αυτή τη λέξη που περιγράφει όσα είχε δει, μα η φτωχή του ανατροφή δεν τον είχε προετοιμάσει για αυτό. Και έτσι δεν μπορούσε να το μεταφράσει, τα θεωρούσε όλα αινιγματικά και εξωτικά. Έβρισκε την αιτία στον μοναχικό θεό των ανθρώπων αυτών, στην πίστη τους. Ένιωθε ευγνωμοσύνη που οι δικοί του θεοί τον είχαν αναθρέψει με τον σωστό τρόπο.
Και τώρα περνούσε το κατώφλι ενός ακόμα από αυτούς τους περίεργους και εξωτικούς ανθρώπους. Ήταν η πρώτη του επιλογή σε αυτή την Πόλη από όταν ήρθε πρώτη φορά εδώ. Μπορεί ο ιδιοκτήτης να ήταν κι αυτός ένα αίνιγμα, μα τουλάχιστον τον είχε καλέσει, του είχε δώσει την επιλογή να είναι εκεί. Ο Vargsieg το σεβόταν αυτό. Τον έκανε να νιώθει πιο πολύ σαν στο σπίτι του από οτιδήποτε άλλο σε αυτή την ξένη γη.
Έσφιξε στο χέρι του την προβιά. Δεν είχε τίποτα να φοβάται όσο την κρατούσε κοντά του. Μουρμούρισε δύο τρεις λέξεις, μα η τραχιά φωνή του και η σκληρή μητρική του γλώσσα έκαναν τους φρουρούς να ανατριχιάσουν. Αντάλλαξαν βλέμματα παγώνοντας στη θέση τους για μια στιγμή. Ο κολοσσός όμως είχε αλλάξει το βήμα του, αποφασιστικό και βιαστικό πλέον.
Κρατώντας τα κράνη τους άρχισαν να τρέχουν πίσω του, μα πριν ακόμα τον φτάσουν ήξεραν πως δεν τον οδηγούσαν, δεν τον συνόδευαν πλέον. Ήταν κάτι το εξωπραγματικό αυτός ο γίγαντας. Οι σκέψεις του είχαν πλυμμηρίσει την ατμόσφαιρα. Ήταν μόνος του, δεν είχε ανάγκη κανέναν. Ήξερε τι ήθελε και ποιο ήταν το πεπρωμένο του. Κανένας δεν θα έμπαινε στο δρόμο του, κι αν έμπαινε τόσο το χειρότερο για αυτόν. Με το τρέξιμό τους ίσα ίσα μπορούσαν να τον ακολουθήσουν. Γρήγορα τα παράτησαν και έφτασε μονάχος μπροστά τη βαριά ξύλινη πόρτα την ώρα που άνοιγε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)