Στο Μοναστήρι του Παντοκράτορα, λίγο πριν τη φυγή του Συμεών, ο Βένκελ αρχίζει να φοράει την πανοπλία μη δίνοντας πλέον σημασία στα λόγια του Τζιμίσι. Ενώ κρατάει στα χέρια του το κράνος, η ματιά του καρφώνεται έξω από το παράθυρο...εκεί που στέκει η Αγία Σοφιά με φόντο τις φλόγες...
"Ονομάζομαι Βένκελ Αρπάντ. Γόνος βασιλικής οικογένειας. Καταραμένος να υπηρετώ ανθρώπινα παιχνίδια ακόμα και στο θάνατο. Αλλά ακόμα και το Αίμα Του, δε μπόρεσε να με κρατήσει μακρυά από Αυτό που πραγματικά Είμαι. Επιτέλους πέθανα για να ζήσω πραγματικά...
Μαζί με την πανοπλία που φορώ, σφυρηλατήθηκα από φωτιά και σίδερο. Σίγουρος και ανελέητος. Δίπλα στο πυρωμένο ξίφος, στα χέρια ενός γέροντα σιδερά,ελευθερώθηκα και εγώ...Προσφέρει μια νέα ζωή,με συνειδητοποίησε και με αφύπνισε σχετικά με το ποιος είμαι, τι είμαι και για ποιο λόγο είμαι εδώ..
Το σκοτάδι όταν έχει πέσει η Νύχτα.
Η βροχή για να έρθει να λιώσει την τελειότητα του άσπρου του χιονιού.
Ο μανιασμένος υιός εκεί που βρίσκεται κάθε αποτυχημένος πατέρας.
Ο πόλεμος εκεί που η ηρεμία σε συνδιασμό με την αλαζονεία έχει καταστρέψει τη Δημιουργία.
Η ίδια η καταστροφή, όταν τελικά μόνο αυτό με κρατάει ελεύθερο.
Τα πεδία μάχης είναι η γη μου, το ξένο Αίμα είναι το Σπιτικό μου.Το σπαθί είναι το ζεστό φαγητό μου και το κουφάρι της γαλήνης είναι η ζεστή αγκαλιά που ψάχνω.
Είμαι τα λόγια του Δράκοντα που απ’ακρη σε άκρη είναι μπολιασμένα με δηλητήριο και αποστροφή.
Είμαι η εξαθλίωση της Νόβα, δεμένη με αλυσίδες από άλλες Πατρικές ευχές.
Είμαι η οργή και η τρέλα του Ντέσιμους.
Είμαι η αρχή του τέλους πίσω από την λογική του Ναρσή.
Τα παιδιά σου Με βρήκαν και στέκομαι μπροστά Σου.Συνοδοιπόρος και συνταξιδευτής αυτών που καταδίκασες.
Είμαι αυτός που τόσο επιθυμείς.
Ονόμαζομαι Βένκελ Αρπάντ και φέρω τη λύσσα κάθε διψασμένου για εκδίκηση όσων ευλόγισες με την ματαιοδοξία Σου.
Δεν είμαι παρά ο Χαμός Σου.....’’
Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010
...εάλω...
"Σηκωθείτε..."
Η φωνή του Myca είχε την ανατριχιαστική χροιά της απόγνωσης. Έμοιαζε μετά βίας να σηκώνει το βάρος του νεκρού του κορμιού, στηριζόμενος στην κάσα της πόρτας. Πίσω του μια ανίερη ησυχία που τον έκανε να φαίνεται πως στέκεται στην άκρη της αβύσσου, στο τέλος του κόσμου, κι αγωνιζόταν να αντισταθεί στο κάλεσμά της, στο αδυσώπητο τράβηγμα προς τον αιώνιο χαμό. Φαινόταν να διαστάζει να απαντήσει στα απορημένα βλέμματα των Καϊνιτων, σαν να ήθελε να επωμιστεί την καταστρεπτική γνώση μόνος του, μόνο και μόνο για να τους γλιτώσει από την τρέλα που αναπόφευκτα θα ακολουθούσε. Η εικόνα του και μόνο όμως πρόδιδε τα κακά μαντάτα τα οποία συγκρατούσε μετά βίας στην άκρη των χειλιών του.
"Ο χρόνος μας τελείωσε, ό,τι πετύχουμε από δω και στο εξής θα είναι δανεικό. Κι η μανία των πιστωτών μας, ο ζήλος τους για την καταστροφή του Ονείρου, δεν μπορεί -αλίμονο- να εμπνεύσει την ελπίδα."
Με αυτά τα λόγια, τα ειπωμένα με το βλέμμα του χαμένου, του καταδικασμένου ανθρώπου και μια επικρατούσα γεύση ασυναρτησίας, ο Obertus άρχισε να τρεκλίζει προς τον εξωτερικό διάδρομο, ακολουθούμενος συντόμως από τους ανήσυχους φιλοξενούμενούς του. Τα μεθυσμένα βήματα του, η κουρασμένη κορμοστασιά του, δεν τούς άφησαν το περιθώριο να ρωτήσουν κάτι παρπαπάνω. Κι αν το τρεμάμενο φως από τα παράθυρα στον πάνω όροφο θα έδιναν σε άλλους την ψευδαίσθηση της ελπίδας, όλοι ήξεραν το θέαμα που θα αντίκριζαν μόλις κοιτούσαν έξω. Με ανάμικτα συναισθήματα η περίεργη συντροφιά χάρισε λίγες μόνο στιγμές στο θέατρο αυτό της καταστροφής και ακολούθησε τον Tzimisce στο διπλανό δωμάτιο.
Η φωνή του Myca είχε την ανατριχιαστική χροιά της απόγνωσης. Έμοιαζε μετά βίας να σηκώνει το βάρος του νεκρού του κορμιού, στηριζόμενος στην κάσα της πόρτας. Πίσω του μια ανίερη ησυχία που τον έκανε να φαίνεται πως στέκεται στην άκρη της αβύσσου, στο τέλος του κόσμου, κι αγωνιζόταν να αντισταθεί στο κάλεσμά της, στο αδυσώπητο τράβηγμα προς τον αιώνιο χαμό. Φαινόταν να διαστάζει να απαντήσει στα απορημένα βλέμματα των Καϊνιτων, σαν να ήθελε να επωμιστεί την καταστρεπτική γνώση μόνος του, μόνο και μόνο για να τους γλιτώσει από την τρέλα που αναπόφευκτα θα ακολουθούσε. Η εικόνα του και μόνο όμως πρόδιδε τα κακά μαντάτα τα οποία συγκρατούσε μετά βίας στην άκρη των χειλιών του.
"Ο χρόνος μας τελείωσε, ό,τι πετύχουμε από δω και στο εξής θα είναι δανεικό. Κι η μανία των πιστωτών μας, ο ζήλος τους για την καταστροφή του Ονείρου, δεν μπορεί -αλίμονο- να εμπνεύσει την ελπίδα."
Με αυτά τα λόγια, τα ειπωμένα με το βλέμμα του χαμένου, του καταδικασμένου ανθρώπου και μια επικρατούσα γεύση ασυναρτησίας, ο Obertus άρχισε να τρεκλίζει προς τον εξωτερικό διάδρομο, ακολουθούμενος συντόμως από τους ανήσυχους φιλοξενούμενούς του. Τα μεθυσμένα βήματα του, η κουρασμένη κορμοστασιά του, δεν τούς άφησαν το περιθώριο να ρωτήσουν κάτι παρπαπάνω. Κι αν το τρεμάμενο φως από τα παράθυρα στον πάνω όροφο θα έδιναν σε άλλους την ψευδαίσθηση της ελπίδας, όλοι ήξεραν το θέαμα που θα αντίκριζαν μόλις κοιτούσαν έξω. Με ανάμικτα συναισθήματα η περίεργη συντροφιά χάρισε λίγες μόνο στιγμές στο θέατρο αυτό της καταστροφής και ακολούθησε τον Tzimisce στο διπλανό δωμάτιο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)