"Σηκωθείτε..."
Η φωνή του Myca είχε την ανατριχιαστική χροιά της απόγνωσης. Έμοιαζε μετά βίας να σηκώνει το βάρος του νεκρού του κορμιού, στηριζόμενος στην κάσα της πόρτας. Πίσω του μια ανίερη ησυχία που τον έκανε να φαίνεται πως στέκεται στην άκρη της αβύσσου, στο τέλος του κόσμου, κι αγωνιζόταν να αντισταθεί στο κάλεσμά της, στο αδυσώπητο τράβηγμα προς τον αιώνιο χαμό. Φαινόταν να διαστάζει να απαντήσει στα απορημένα βλέμματα των Καϊνιτων, σαν να ήθελε να επωμιστεί την καταστρεπτική γνώση μόνος του, μόνο και μόνο για να τους γλιτώσει από την τρέλα που αναπόφευκτα θα ακολουθούσε. Η εικόνα του και μόνο όμως πρόδιδε τα κακά μαντάτα τα οποία συγκρατούσε μετά βίας στην άκρη των χειλιών του.
"Ο χρόνος μας τελείωσε, ό,τι πετύχουμε από δω και στο εξής θα είναι δανεικό. Κι η μανία των πιστωτών μας, ο ζήλος τους για την καταστροφή του Ονείρου, δεν μπορεί -αλίμονο- να εμπνεύσει την ελπίδα."
Με αυτά τα λόγια, τα ειπωμένα με το βλέμμα του χαμένου, του καταδικασμένου ανθρώπου και μια επικρατούσα γεύση ασυναρτησίας, ο Obertus άρχισε να τρεκλίζει προς τον εξωτερικό διάδρομο, ακολουθούμενος συντόμως από τους ανήσυχους φιλοξενούμενούς του. Τα μεθυσμένα βήματα του, η κουρασμένη κορμοστασιά του, δεν τούς άφησαν το περιθώριο να ρωτήσουν κάτι παρπαπάνω. Κι αν το τρεμάμενο φως από τα παράθυρα στον πάνω όροφο θα έδιναν σε άλλους την ψευδαίσθηση της ελπίδας, όλοι ήξεραν το θέαμα που θα αντίκριζαν μόλις κοιτούσαν έξω. Με ανάμικτα συναισθήματα η περίεργη συντροφιά χάρισε λίγες μόνο στιγμές στο θέατρο αυτό της καταστροφής και ακολούθησε τον Tzimisce στο διπλανό δωμάτιο.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου