Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Kronstadt

Ο Vali περπατούσε με ταχύ βήμα προς το πιο σκοτεινό κομμάτι της πόλης, αυτό που του ταίριαζε περισσότερο. Κατάφερε να πείσει τους συντρόφους του να διανυκτερεύσουν σε αυτό το μέρος, τη γεννέτειρά του, το Kronstandt.
Ήταν η πρώτη φορά που σε αυτό το μέρος δεν είχε κάποια γνωστή φυσιονωμία να τον περιμένει. Οι ανθρωποι ήταν κλειδωμένοι στα μικρά σπίτια τους, τα μαγαζιά κλειστά. Μόνο λίγοι φρουροί, μισθωμένοι πολίτες, περιπολούσαν τους δρόμους και τα σκοτεινά σοκάκια. Το καραβάνι είχε βρει κατάλυμα σε έναν εμπορικό ξενώνα, χτισμένο από όταν ο Vali ήταν πιτσιρίκι, ακριβώς για αυτόν τον σκοπό. Η πόλη βασιζόταν πάντα στους εμπόρους για την οικονομία της. Την θεωρούσαν ασφαλή και φιλική πόλη και αυτό ήταν πραγματικά. Ο Gratias, όσο καιρό ήταν Πρίγκιπας σε αυτά τα μέρη, είχε επενδύσει σε αυτό βοηθώντας το μικρό χωριό, το περικυκλωμένο από τα Νότια Τρανσυλβανικά Όρη, να γίνει ένα φιλικό πέρασμα.
Ο Gratias όμως ήταν πλέον νεκρός και η πόλη που βοήθησε να χτιστεί τώρα παρήκμαζε. Ήταν πιο ήσυχη, πιο τρομακτική. Οι καταπράσινοι λόφοι φαινόντουσαν κατάμαυροι και πιο απειλητικοί. Κάποτε χάιδευαν με τα φύλλα τους τις παρυφές της πόλης, τώρα φαίνονταν να τις γδέρνουν με δαιμονικά κλαριά. Ακόμα και ο ναός της Παναγίας, το τάμα των πρώτων Γερμανών αποίκων, είχε αρχίσει να φθείρεται, με τον άλλοτε μεγαλοπρεπή κήπο του τώρα να πνίγεται στα αγριόχορτα καταμεσίς της Άνοιξης. Η Corona, η Πόλη Στέμμα, είχε χάσει την λάμψη της. Ο Vali δεν ήξερε αν έπρεπε για την παρακμή να κατηγορήσει τον Gratias που την εγκατέλειψε ή όποιον βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία του.
Χωρίς να κάνει τον παραμικρό ήχο, σαν να φοβόταν μην ενοχλήσει ένα άφαντο μα πολύ πραγματικό κακό που κοιμόταν στην πόλη, γλίστρησε προς το νεκροταφείο. Ο κοιμώμενος νυχτοφύλακας του προσέφερε όσο αίμα χρειαζόταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου