"Τι είναι αυτό που σε απασχολεί τόσο;" ρώτησε τελικά η Marusca. Το πρόσωπο του Γεννήτορά της έμεινε όπως πάντα ακίνητο, σαν μια πέτρινη, γκρίζα μάσκα. Τον γνώριζε τόσα χρόνια, ήξερε πολύ καλά πως δεν θα διέκρινε κάποιο συναίσθημα πάνω του, μα η σιωπή του κόντευε να την τρελάνει. "Δεν ενδιαφέρθηκες ποτέ για τα σχέδιά μας, μα τα τελευταία γεγονότα φαίνεται να σε ανησυχούν. Το ξέρω αυτό! Πες μου γιατί, λοιπόν!"
Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της και της έκαναν φανερή την ενόχλησή του. Εκείνη αποφάσισε να συγκρατήσει το θυμό της, μα τα χέρια της έτρεμαν ακόμα. Έγινε ξεκάθαρο στον Zelios πως έπρεπε να δοκιμάσει να εξηγηθεί. Μα πώς μπρούσε να εξηγήσει κάτι που δεν κατανοεί πλήρως και εκείνος;
"Έχω ένα έργο να ολοκληρώσω. Και τα γεγονότα των τελευταίων μηνών με εμποδίζουν. Αυτό πρέπει να διορθωθεί. Αυτό που πρέπει να καταλάβεις είναι πως το έργο μου είναι πιο σημαντικό από τα σχέδιά σου, τις έχθρες σου και τις επιθυμίες σου. Κι από τις δικές μου επίσης. Όλα όσα συμβαίνουν δεν είναι τυχαία. Μέχρι και Εκείνος επέστρεψε σε αυτά τα μέρη και επέλεξε να περιπλανηθεί μαζί τους."
Η Marusca δάγκωσε τα χείλη της. Προσπάθησε να συγκρατήσει τα λόγια της, μα δεν άντεξε και γλίστρησαν, απαλά στην αρχή, απειλητικά στο τέλος, από τα χείλη της.
"Πάντα υπέθετες και φοβόσουν πράγματα που απλά δεν ήταν εκεί. Δεν θέλω να ακούσω ξανά τις προκαταλήψεις σου γι' αυτόν και τι φαντάζεσαι πως είναι και ξέρει!! Κι όσο για εκείνους... Είναι ανήθικα ανθρωπάρια και δεν τους αξίζει καμία βοήθεια." Στο τέλος δίστασε, όχι για το ποιόν τους, μα γιατί ξαναήρθαν οι σκέψεις που την προβλημάτιζαν τις τελευταίες νύχτες. Γιατί ο Zelios, ο τελευταίος που θα περίμενα να νοιαστεί, ξάφνου ενδιαφέρεται για αυτούς;
"Θα σου αποδείξω πως έχεις κάνει λάθος, τέκνον μου... Ακολούθησέ με..."
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου