Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Kronstadt

Ο Vali περπατούσε με ταχύ βήμα προς το πιο σκοτεινό κομμάτι της πόλης, αυτό που του ταίριαζε περισσότερο. Κατάφερε να πείσει τους συντρόφους του να διανυκτερεύσουν σε αυτό το μέρος, τη γεννέτειρά του, το Kronstandt.
Ήταν η πρώτη φορά που σε αυτό το μέρος δεν είχε κάποια γνωστή φυσιονωμία να τον περιμένει. Οι ανθρωποι ήταν κλειδωμένοι στα μικρά σπίτια τους, τα μαγαζιά κλειστά. Μόνο λίγοι φρουροί, μισθωμένοι πολίτες, περιπολούσαν τους δρόμους και τα σκοτεινά σοκάκια. Το καραβάνι είχε βρει κατάλυμα σε έναν εμπορικό ξενώνα, χτισμένο από όταν ο Vali ήταν πιτσιρίκι, ακριβώς για αυτόν τον σκοπό. Η πόλη βασιζόταν πάντα στους εμπόρους για την οικονομία της. Την θεωρούσαν ασφαλή και φιλική πόλη και αυτό ήταν πραγματικά. Ο Gratias, όσο καιρό ήταν Πρίγκιπας σε αυτά τα μέρη, είχε επενδύσει σε αυτό βοηθώντας το μικρό χωριό, το περικυκλωμένο από τα Νότια Τρανσυλβανικά Όρη, να γίνει ένα φιλικό πέρασμα.
Ο Gratias όμως ήταν πλέον νεκρός και η πόλη που βοήθησε να χτιστεί τώρα παρήκμαζε. Ήταν πιο ήσυχη, πιο τρομακτική. Οι καταπράσινοι λόφοι φαινόντουσαν κατάμαυροι και πιο απειλητικοί. Κάποτε χάιδευαν με τα φύλλα τους τις παρυφές της πόλης, τώρα φαίνονταν να τις γδέρνουν με δαιμονικά κλαριά. Ακόμα και ο ναός της Παναγίας, το τάμα των πρώτων Γερμανών αποίκων, είχε αρχίσει να φθείρεται, με τον άλλοτε μεγαλοπρεπή κήπο του τώρα να πνίγεται στα αγριόχορτα καταμεσίς της Άνοιξης. Η Corona, η Πόλη Στέμμα, είχε χάσει την λάμψη της. Ο Vali δεν ήξερε αν έπρεπε για την παρακμή να κατηγορήσει τον Gratias που την εγκατέλειψε ή όποιον βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία του.
Χωρίς να κάνει τον παραμικρό ήχο, σαν να φοβόταν μην ενοχλήσει ένα άφαντο μα πολύ πραγματικό κακό που κοιμόταν στην πόλη, γλίστρησε προς το νεκροταφείο. Ο κοιμώμενος νυχτοφύλακας του προσέφερε όσο αίμα χρειαζόταν.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

"Είδα ό,τι υπήρχε να δω και διέταξα το φως να κρύψει όλα τα άλλα. Γέννησα δάκρυα και αναστεναγμούς, θάλασσες ανταριασμένες, για να πνίξω το μίσος και το διχασμό των παιδιών μου. Στέρεψαν και άφησαν άμμο απαλή για να ξαπλώσουν. Είδα το Όνειρό μου να δαγκώνει τη σάρκα του και να τη φτύνει με μανία. Και όταν τα μάτια μου κοίταξαν το Θεό, ήταν τόσο νεκρά που ούτε Εκείνος, ο Πάνσοφος και Ελεήμων, δεν με λυπήθηκε. Παλιέ μου φίλε και μαθητή, τι συμβαίνει στην Πόλη μου;"

Η Πορεία των Ιησουϊτών

Είχαν περάσει χρόνια που κανείς δεν είχε βγει από το Μοναστήρι των Ακοιμήτων. Οι μοναχοί, αεικίνητοι και απασχολημένοι, πάντα έδιναν μια απόκοσμη ζωή σε αυτό το μέρος. Ψιλόλιγνες φιγούρες που κινούνταν σπασμωδικά, εξαφανίζονταν για ώρες και εμφανίζονταν σε διαφορετικά μέρη του μοναστηριού, θνητοί υπηρέτες δύο κυρίων, του επίγειου και του θείου, έκαναν όλη την ώρα τις δουλειές που απαιτούσε η θέση τους. Και στο πιο σκοτεινό σημείο αυτού του ιερου μέρους δύο άντρες σε βαθιά περισυλλογή, ενωμένοι σε αυτές τις δύσκολες ώρες.
Και τώρα, μια μεγάλη συνοδεία τους ακολουθούσε έξω από τον περίβολο του Μοναστηριού. Η αργές τους κινήσεις δεν ήταν απόρροια διστακτικότητας. Αναγνώριζαν όλοι, μέχρι τον τελευταίο πως περπατούσαν θαρραλέα μεν, επιφυλακτικά δε, στο βασίλειο κάποιου άλλου. Ο Συμεών ατένιζε την Κωνσταντινούπολη, αόριστα προς τη μεριά του Μεγάλου Ανακτόρου, ενώ ο Τζεζού κρατούσε τα μάτια του κλειστά, σαν να ήθελε να παγιδεύσει κάθε σκέψη του μέσα στο κεφάλι του. Τα άλογα γνώριζαν τον δρόμο και, σαν να ένιωθαν και αυτά τη σοβαρότητα της κατάστασης, κρατούσαν τα κεφάλια χαμηλά σε ένδειξη σεβασμού, οδηγώντας τους Ιησουίτες Τζιμίσι προς την Σύνοδο.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Στη Φυλακή

Ο αέρας μύριζε κλεισούρα και θάνατο, πείνα και απόγνωση. Κάτι σκίρτησε μέσα του, μα οι περιστάσεις δεν του επέτρεπαν να νιώσει σαν στο σπίτι του. Γύριζε αργά το βλέμμα, περπατώντας στο ρυθμό που επέβαλαν οι δεσμοφύλακες. Το μπουντρούμι ήταν πιο σιωπηλό από όσο περίμενε. Αργότερα σκέφτηκε πως δεν ήταν μια απλή φυλακή για τον καθέναν. Οι τρόφιμοι ήταν όλοι χρόνια νεκροί, ακόμα και όσοι έγερναν από τα κελιά τους να κοιτάξουν την νέα άφιξη. Έτσι η σιωπή βασίλευε, πλεγμένη με τη σκιά, και ο θόρυβος από τη Ζάβα, την αλυσιδωτή πανοπλία των φρουρών, με το τακτικό τους βήμα να δίνει το ρυθμό, έμοιαζε με αχτίνα μέσα στα σύννεφα. Μόνο που δεν έφεραν την ελπίδα, τη μέρα, τη ζεστασιά, παρά έναν κουρασμένο Καππαδοκιανό ονόματι Bernardo Gambelo-Giovanni.
Έψαχνε με το βλέμμα να αναγνωρίσει όλους τους συντρόφους του. Η πρώτη φιγούρα ήταν όρθια, μα κινούνταν στην γωνία που το λιγοστό φως του διαδρόμου δεν άγγιζε. Μα το κοντό, γεροδεμένο παράστημα τον βεβαίωσε πως ήταν ο Βαρώνος. Στεκόταν όπως ακριβώς τον είχε δει τελευταία φορά, την προηγούμενη νύχτα, με την πλάτη προς αυτόν και το κεφάλι πάντα ψηλά. Οι Gangrel του ήταν στα γειτονικά κελιά, μούγκριζαν και περπατούσαν, ανήσυχοι και απειλητικοί. Παραπέρα ο Tzimise Άρχοντας Νικηφόρος, βλοσυρός και σκεφτικός, τον χαιρέτισε με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού. Το απέναντι κελί φαινόταν άδειο και δίπλα δύο τεράστια χέρια που είχαν αρπάξει τα κάγκελα, σαν να περίμεναν την κατάλληλη στιγμή να τα ξεριζώσουν. Και αν δεν γινόταν να κάνει λάθος ως προς το άτομο που ήταν εκεί, η εικόνα που περίμενε να δει ήταν διαφορετική: ο γιγαντόσωμος Vargsieg ήταν γονατισμένος με τα χέρια στην πόρτα και μουρμούριζε. Η εικόνα και μόνο του ηττημένου Gangrel, του Θηρίου που φυλακίστηκε, ήταν ικανή να ρίξει το ηθικό του Καππαδοκιανού.
Προσπάθησε να δει αν κάποιος είχε γλιτώσει, μα ήξερε πως και σε αυτήν την περίπτωση δεν θα ήταν για πολύ. Ήταν ένας από τους λόγους που είχε παραδωθεί, μαζί με την πίστη του πως οι πράξεις του δεν θα επισύρουν κάποια ποινή.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Ελευθερία

Οι φαρδιές πλάκες της Μέσης γυάλιζαν από τη βροχή που συνέχιζε να πέφτει για δεύτερη συνεχόμενη νύχτα στην Κωνσταντινούπολη. Το πράσινο της μούχλας έλαμπε σαν σμαράγδι και οι αρμοί γέμιζαν με νερό σαν μικροσκοπικά ποταμάκια. Δεξιά και αριστερά το γρασίδι δροσιζόταν και αυτό και έτρεμε κάτω από το βάρος της βροχής. Τα ρούχα του Gabryn είχαν βαρύνει και είχαν κολλήσει στο σώμα του, παγώνοντας τις αρθρώσεις του, μα δεν τον ενοχλούσε. Είχε την διάθεση ενός μικρού παιδιού. Για στιγμές δεν ένιωθε Καϊνίτης, δεν ένιωθε το βάρος της κατάρας του, ένιωθε απλά σαν ένα μικρό παιδί, χαρούμενο και ξετρελαμένο με το φυσικό φαινόμενο, προσπαθώντας να συλλάβει τη φύση και τη σημασία του, μα κυρίως συνεπαρμένο από το μεγαλείο του. Περπατούσε γρήγορα, μα όχι βιαστικά. Ήταν η καλή του διάθεση που του έδινε ώθηση. Ήταν τα πάντα σε αυτή τη σκηνή, ειδικά η μοναξιά του. Ήταν ολομόναχος, είχε όλο το περιβάλλον του στη διάθεσή του, να παίξει μαζί του, όπως ποτέ δεν κατάφερε να παίξει στα παιδικά του χρόνια. Στα χέρια του έπαιζε πάντα το πορφυρό μαντήλι του Γρηγορίου. Το κοίταγε ανυπόμονα, σαν να περίμενε από αυτό να τον μεταφέρει μπροστά στο χρόνο, να βρει τον Ομοπάτριό του και εκείνος να τον οδηγήσει στον Άρχοντα Πετρόνιο. Μα ταυτόχρονα ευχόταν να μπορούσε για μια μέρα ολόκληρη να περπατάει στη Βασιλεύουσα, να κάνει βόλτες όπως τώρα: μόνος, καθαρός και ήρεμος. Ελεύθερος. Πάνω απ' όλα ελεύθερος.
Ένας βαθύς και δυνατός ήχος, που απλώθηκε σε όλη την περιοχή, του απέσπασε την προσοχή. Μα δεν έδιωξε το συναίσθημα. Κοίταξε προς τα βόρεια. Η Αγία Σοφία. Οι καμπάνες της χτυπούσαν, χωρίς προφανή λόγο. Δεν ήξερε πολλά για τα Χριστιανικά Μυστήρια, μα η ώρα ήταν περασμένη. Απέμεινε σαν υπνωτισμένος να κοιτάζει την κολοσσιαία εκκλησία και το αίσθημα της ελευθερίας τον έπνιξε, με τον ήχο της καμπάνας να βάζει ένα υπέροχο χαλί στις φαντασιώσεις του Gabryn. Δεν είχε νιώσει έτσι ποτέ. Δεν μπορούσε να κινηθεί. Ήταν η βροχή ή κάτι άλλο, δεν μπορούσε να καταλάβει. Μα η Αγία Σοφία έλαμψε για μια στιγμή, με το φως χιλίων αστεριών. Τότε η καμπάνα σταμάτησε. Οι σταγόνες της βροχής, που φάνηκαν να στέκονται μετέωρες για εκείνη τη στιγμή, συνέχισαν να πέφτουν με μεγαλύτερη ορμή. Ο ουρανός άστραψε και βρόντηξε. Η βροχή έγινε καταιγίδα σε δευτερόλεπτα - ή ήταν λεπτά, ώρα; Ο Gabryn δεν μπορούσε να πει. Το αίμα του κύλησε στις φλέβες του και του έδωσε την προσωρινή ζωή που δίνει στο νεκρό σώμα των Καϊνιτών. Εξέπνευσε. Είχε ανάγκη τον αέρα, όχι για να ζήσει, μα για να ηρεμήσει. Ένιωθε ένα τεράστιο χέρι να τον σέρνει μακριά από το συναίσθημα ελευθερίας που τον γέμιζε μέχρι πριν λίγο. Ήθελε να βρει ένα καταφύγιο, γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Έτρεξε σφίγγοντας το μαντήλι στα χέρια του. Γλίστραγε, σκόνταφτε, μα συνέχισε να τρέχει προς το φόρουμ, σαν να τον κυνηγούσε ο σατανάς ο ίδιος.
Έπεσε πάνω στην προκαθορισμένη κολώνα με δύναμη, γλιστρώντας στο μάρμαρο. Προσπάθησε να κρατηθεί από την κολώνα, μα κι αυτή γλιστρούσε, αφήνοντάς τον να πέσει στη βάση της. Πόνεσε, μα κατάφερε να σταθεί ξανά όρθιος, βαριανασαίνοντας, και τύλιξε το μαντήλι γύρω από την κολώνα. Άρχισε να τριγυρίζει στο φόρουμ, τρεκλίζοντας, περιμένοντας ανυπόμονα τον Ομοπάτριό του.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Προειδοποίηση

Περπατούσε στη μεγάλη αίθουσα αδιάφορα. Το γούστο του διέφερε κατά πολύ από το γούστο του Alfonzo. Ο τελευταίος φαινόταν να ενδιαφέρεται για το μακάβριο πολύ περισσότερο από την βασιλική αρχοντιά, τα πλούτη με τα οποία ολόκληρη η Πόλη ήταν διακοσμημένη. Τα υφάσματα, τα σκεύη, τα έπιπλα, ήταν όλα περίτεχνα φτιαγμένα, μα κάτι φαινόταν να τους παίρνει την λάμψη. Ήταν απλή η απάντηση για όποιον ήξερε τους Lasombra και την αγάπη τους για το σκοτάδι, μα δεν ήταν μόνο αυτό. Ο ίδιος είχε ζήσει αρκετά χρόνια και γνώριζε το σκοτεινό και το ανησυχητικό από το μακάβριο. Ο Alfonzo είχε χάσει οποιονδήποτε δρόμο ακολουθούσε στη ζωή του και μαζί με αυτό κάθε μέτρο. Είχε παρευρεθεί στις συγκεντρώσεις του πολλές φορές και είχε δει τις λιγοστές στιγμές που πρόδιδαν κάποιου είδους διεστραμμένη ευχαρίστηση στο πρόσωπο του Alfonzo. Και έτσι δεν ήταν έκπληξη το πόσο σκοτεινό και δυσάρεστο ήταν αυτό το μέρος, το μέρος στο οποίο ηρεμούσε ο Alfonzo, το μέρος στο οποίο το Κτήνος απολάμβανε κάθε είδους διαστροφή και μπορούσε απλά να μένει στην επιφάνεια, χωρίς να παίρνει τον έλεγχο. "Σαν κακομαθημένο παιδί", σκέφτηκε "που ο πατέρας του δεν του χαλάει χατίρι". Δεν ένιωθε συμπάθεια προς τον Επίσκοπο. Ήταν ένα εργαλείο, αυτός και το κακομαθημένο Κτήνος του, και υπηρετούσαν τον σκοπό τους πολύ καλά.
Το βλέμμα του Alfonzo τον ακολουθούσε διακριτικά και αποφάσισε πως ήταν σοφό να μην του δώσει τροφή για σκέψη - ή κάτι χειρότερο. Έκανε ένα τυχαίο σχόλιο για τη διακόσμηση, ευελπιστώντας να αποδιώξει τις όποιες κακές σκέψεις έκανε ο Alfonzo. Δεν κατάλαβε αν το πέτυχε. Ο Επίσκοπος απλά χαμογέλασε πλατιά, αφήνοντας τους κυνόδοντές του να λάμψουν και συνέχισε να πίνει. "Αρκετά", σκέφτηκε "έχω μια δουλειά να κάνω". Κοίταξε τριγύρω και διάλεξε γρήγορα την πολυθρόνα που δεν θα διάλεγε σε άλλη περίπτωση: μαύρη, από βαρύ ξύλο, που έριχνε τη σκιά της προς 4 διαφορετικές μεριές. Ήθελε να επιβληθεί στον Alfonzo, ή απλά να τον εκνευρίσει. "Ένα και το αυτό", σκέφτηκε.
Ο Επίσκοπος άπλωσε τα χέρια του στην κουπαστή της μπανιέρας του και άφησε να πέσει το χρυσό του δισκοπότηρο στο πάτωμα. Οι υπηρέτες του τρέξανε χωρίς δισταγμό να συγυρίσουν. Ο Alfonzo δεν τους έριξε ούτε ένα βλέμμα, αντ' αυτού χαμογέλασε και κοίταξε τον επισκέπτη του. Οι σκιες της πολυθρόνας άρχισαν να μακραίνουν και τύλιξαν τον Καϊνίτη, χαιδεύοντας τον χιτώνα του.
"Όχι σε αυτόν τον χώρο..." είπε χαμογελώντας ο Alfonzo. "Εδώ όλοι και όλα υπακούν στο πρόσταγμά μου. Εγώ είμαι ο Άρχοντας και θα μου απευθύνεσαι με τον σεβασμό που μου αρμόζει."
Δεν μπορούσε παρά να δεχτεί τα γεγονότα, μα δεν δέχτηκε την ήττα του.
"Άρχοντα", απάντησε με μια μικρή περιφρόνηση στη φωνή του "δεν ήρθα για να σε προσβάλλω με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν είναι μια κοινωνική επίσκεψη αυτή εδώ. Και αν δεν ήσουν ο Άρχοντας εδώ γνωρίζεις πως δεν θα σε είχαμε πλησιάσει. Απλά γνώριζε πως δεν με εντυπωσιάζουν τα μικρά σου παιχνίδια" πρόσθεσε κοιτάζοντας τον χορό των σκιών τριγύρω του. "Και σίγουρα δεν εντυπωσιάζουν αυτούς που με έστειλαν εδώ..."
Το χαμόγελο του Alfonzo στιγμιαία έσβησε, μα η στάση του σώματός του δεν άλλαξε. "Σε ακούω, αγγελιοφόρε" είπε περιπαικτικά, χαλαρώνοντας και πάλι.
"Οι Assamites θα είναι στο κατόπι σου για μερικές νύχτες. Κάτω από τις διαταγές των Αντωνιανών. Ήρθε η ώρα, φαίνεται, να πληρώσεις για όσο κακό έχεις κάνει στην Κωνσταντινούπολη. Και αυτή τη φορά θα γίνει μυστικά, μια δολοφονία για την οποία κανείς Καϊνίτης της Πόλης δεν θα μπορεί να κατηγορηθεί. Βρήκαν τον τρόπο να το κάνουν. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν."
Το βλέμμα του Alfonzo σκοτείνιασε. "Υπάρχει κάποια διέξοδος από όλο αυτό, έτσι δεν είναι; Δεν θα καθίσετε με σταυρωμένα χέρια! Με έχετε ανάγκη!"
Ο Καϊνίτης σηκώθηκε προσπαθώντας να κρύψει το χαμόγελό του. Διασκέδαζε να βλέπει το Κτήνος τρομαγμένο στο πρόσωπο του Alfonzo. Μα το κακομαθημένο παιδί θα έκανε κάτι βιαστικό και επικίνδυνο, αν το άφηνε να δει τις σκέψεις του. Δεν ήξερε πόσο θα άντεχε ο Alfonzo μέχρι να υποκύψει και δεν ήθελε να τον βασανίσει, τουλάχιστον όχι τώρα.
"Σε αφήσαμε ποτέ χωρίς βοήθεια, Άρχοντα Alfonzo;" είπε πλησιάζοντας την μπανιέρα. "Το θέμα όμως είναι τόσο λεπτό... Απαιτείται διακριτικότητα. Δεν μπορούμε να σε αφήσουμε να... εξαφανιστείς μια για πάντα. Είσαι ένα πολύτιμο εργαλείο για τα σχέδιά μας. Μα δεν μπορούμε να διακινδυνεύσουμε και τους υπόλοιπους πράκτορές μας στην Πόλη. Λόγου χάρη... εμένα."
Βούτηξε το δάχτυλό του στο παγωμένο αίμα στο οποίο μούλιαζε ο Alfonzo και έτριψε τα ματωμέντα του δάχτυλα μεταξύ τους.
"Αντί για τον Τελικό Θάνατο που φαίνεται να είναι το πεπρωμένο σου τώρα, θα σου κάνουμε ένα δώρο: το κεφάλι του Thomas Feroux. Μα χρειάζεται να θυσιάσεις όλες σου τις ανέσεις, όλη σου την ασφάλεια, προσωρινά ασφαλώς, καθώς και όλη σου τη φρουρά, ίσως και μερικά από τα πιο κοντινά σου άτομα. Τι έχεις να απαντήσεις σε αυτό;"
Με μια φωνή, τραχιά και απειλητική, ο πατέρας και το κακομαθημένο του παιδί απάντησαν: "Θα θυσιάσω παραπάνω από όσα χρειάζονται για να γίνει αυτό."
"Δεν περίμενα κάτι λιγότερο από την αφεντιά σου, Alfonzo" είπε υποτιμητικά ο Καϊνίτης, ενώ ήδη κατευθυνόταν προς την έξοδο. "Θα επιστρέψω αργότερα. Πρέπει, βλέπεις, να οργανώσω τη δολοφονία σου. Πες μου, ποιον θα θυσιάσεις πρώτο;"

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Ξεπληρώνοντας τα Χρέη στους Πρεσβύτερους

Ο Καϊνίτης άφησε να του βγει ένα ουρλιαχτό πόνου. Γνώριζε πως περνούσε όσα περνούσε για έναν καλό λόγο. Κάθε τράβηγμα στο πετσί του όμως τον έκανε να αμφισβητεί αν αξίζουν όλα αυτά. Βασανιζόταν, το δέρμα του έκαιγε και οι μύες του παραπονιόντουσαν, το Κτήνος κρυφογέλαγε στη σκοτεινή γωνία της ψυχής του, μα ήταν κλεισμένο στη φυλακή της Πεποίθησής του. Αφιερωμένος, όπως και τόσοι άλλοι, στην εκδίκηση, αφοσιωμένος στους καταστροφικούς τους σκοπούς, ήξερε πως έτσι ξεπλήρωνε τα παλιά του χρέη και άνοιγε νέους λογαριασμούς.
Το πλάσμα από πάνω του είχε ένα ζαλισμένο βλέμμα, ανοιγόκλεινε τα μάτια του από την εξουθένωση και τα χέρια του τρέμανε. Αυτό έκανε την επέμβαση ακόμα πιο δύσκολη για το πλάσμα και πιο επίπονη για τον Καϊνίτη.
"Μα τους Θεούς, δώστε του λίγο σφρίγος ακόμα!" κατάφερε να μουγκρίσει μέσα από τα βογγητά του. Δεν μπορούσε να νιώσει το σώμα του πλέον, το αίμα είχε σχεδόν στερέψει, μα κρατιόταν χωρίς να παραπονεθεί, χωρίς να πει το παραμικρό. Η εκδίκησή του, αν και αιώνες αργοπορημένη, ήταν πλέον γεγονός. Ακόμα ένα λιθαράκι στην προσπάθεια της καταστροφής της Κωνσταντινούπολης, ή ένα λιθαράκι λιγότερο στα τείχη της, στις άμυνές της, μέχρι να είναι έτοιμη να πέσει σαν ώριμο φρούτο στα χέρια των Αφεντάδων του.
Οι ώρες πέρασαν δύσκολα. Ένιωθε πως ήταν πάνω σε αυτό το τραπέζι μέρες. Μα το πλάσμα δεν είχε σταματήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τελικά τραβήχτηκε πίσω και ένιωσε το μηχανισμό να ανασηκώνει το τραπέζι και άνοιξε τα μάτια του. Μπροστά του στεκόταν χαμογελαστός ο Μαλκαβιανός. Του μίλαγε, μα η φωνή του δεν έφτανε στα αυτιά του Καϊνίτη. Αντ' αυτού ψίθυροι από χιλιάδες φωνές σκαρφάλωναν στο μυαλό του, τρύπωναν μέσα, έγδερναν, έσκαβαν. Πονούσαν. Ούρλιαξε για άλλη μια φορά και προσπάθησε να σπάσει τα δεσμά του - μάταια. Το βλέμμα του, ανάμεσα στους σπασμούς, έπεσε στο κατακρεουργημένο σώμα του, πλέον ένωμένο σε ένα βουνό σάρκας, νυχιών και σαγονιών. Οι φωνές γίνανε εκκωφαντικές, μπλέχτηκαν με το ουρλιαχτό του και το υστερικό γέλιο του Μαλκαβιανού τύλιξε τα πάντα στην παράνοια και τα κλείδωσε καλά στο μυαλό του νέου War Ghoul.