"Τα καλύτερα μπαχαρικά της Ανατολής!
Γαρύφαλλο, κανέλλα, λιβάνι και μαστίχα. Φυσικά κάρυ και μοσχοκάρυδο. Μαχλέπι αλλά και κολίανδρο. Εκεί δίπλα από το χαλί μέσα στο πιθάρι έχω κάρδαμο και τριμμένο κρεμμύδι. Πιο δίπλα σε εκείνο το αγγείο έχω πιπέρι. Πιπέρι μαύρο αλλά και κάτι που θα βρείς μόνο σε μένα. Πιπέρι άσπρο και κόκκινο από τα βάθυ της Ανατολής. Εκεί που παντρεύουν την πάπρικα με την πιπερόριζα με τρόπο μαγικό και ικανό να σε ταξιδέψει σε κόσμους ξένους, διαφορετικούς!
Ναι, καλά άκουσες ότι έχω τη μεγαλύτερη ποικιλία από μπαχαρικά, αρωματικά και βότανα. Ποικιλίες κατευθείαν από την Ανατολή, για κάθε χρήση. Από το φαγητό μέχρι και την αιώνια ζωή!
Αυτά είναι μυστικά που δε μοιράζονται! Και φυσικά ούτε χαρίζονται... αλλά προφανώς πωλούνται! Αυτό να μεταφέρεις στην Κυρά σου. Το βραδάκι είναι πιο ήρεμα και καμιά φορά είμαστε ανοικτά. Μπορεί να περάσει αν το επιθυμεί.
(...)
“Χρειάζομαι αυτά τα βότανα” αποκρίνεται μια ώριμη γυναίκα στον Γκάμπριν. Το μαύρο σκοτάδι είχε καλύψει την Πόλη και οι ψίθυροι έκρυβαν καλά τα μυστικά τους.
“ Οι πόθοι της πετούν μακριά, για τη χαρά της νιότης,
κι’αγάπη νοιώθει στη καρδιά μόνο για κάποιο βασιλιά,
που βλέπει στο όνειρο της...”,
σιγοτραγούδησε ο Καϊνίτης ενώ κοίταξε πονηρά για μια στιγμή την γυναίκα στα μάτια.
"Έχω ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι..Το ελιξήριο της νεότητας που τόσο ποθείς απεγνωσμένα. Και αυτό το μαγικό άρωμα για να αποπλανήσεις τον πρίγκηπα που σε προσπέρασε."
Θα περίμενε κανείς ότι η γυναίκα θα είχε προσβληθεί με την αμεσότητα και το θράσσος του Ανατολίτη που μιλούσε για εκείνη σα να τη γνώριζε μια ζωή ολόκληρη. Και όμως η μαυροφορεμένη γυναίκα άρπαξε τα δυο μπουκαλάκια στα γρήγορα χωρίς να αρθρώσει λέξη και το ίδιο γρήγορα ανέβηκε σε μια άμαξα που έσερναν 4 μαύρα άλογα. Είχε ακουμπήσει στο χέρι του Γκάμπριν ενα πουγκί και ένα μικρό δέμα καλά τυλιγμένο. Και αν το πρώτο τον ικανοποίησε, τότε το δεύτερο του προκάλεσε τεράστια ευφορία. Ο Καϊνίτης έτριψε τα χέρια του από χαρά. Στο βάθος είδε τον Νικηφόρο Τσιμισκή να πλησιάζει.
Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009
Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009
Η Πρώτη Απόφαση
Ανήμπορος να αναγνωρίσει τη μεγαλοπρέπεια της έπαυλης του Bishop Alfonzo προχώρησε διστακτικά προς το μεγάλο κτίριο. Δεν μπορούσε να συνηθίσει τον περίεργο αυτόν κόσμο. Παλάτια και μεγαλοπρεπείς κατοικίες, ναοί και εκκλησίες, κίονες και μεταξένια σεντόνια κρεμασμένα σε χρυσές και ασημένιες μπάρες, του κόσμου τα πλούτη, όσα δεν φανταζόταν πως είχαν κληροδοτήσει στη γη οι θεοί του, όλα ξεπηδούσαν εκεί που δεν το περίμενες σε αυτήν την Πόλη. Και συνέχιζαν να παρουσιάζονται κάτω από κάθε πέτρα που σήκωνε: κάθε σοκάκι που διάβαινε, κάθε πόρτα που άνοιγε, κάθε αυλή και κάθε αποθήκη.
Είναι περίεργο το λεξιλόγιό σου να μην περιέχει μια λέξη. Σημαίνει πως υπάρχει πιθανότητα να μάθεις τι σημαίνει πριν μάθεις πώς το λένε. Άλλοι το απολαμβάνουν, άλλοι το μισούν, άλλοι σπανίως το προσέχουν. Η λέξη "ματαιοδοξία" ήταν αυτή που έλειπε από τον Vargsieg. Ένιωθε να τον διαποτίζει, να τον πνίγει. Και ήθελε να βρει αυτή τη λέξη που περιγράφει όσα είχε δει, μα η φτωχή του ανατροφή δεν τον είχε προετοιμάσει για αυτό. Και έτσι δεν μπορούσε να το μεταφράσει, τα θεωρούσε όλα αινιγματικά και εξωτικά. Έβρισκε την αιτία στον μοναχικό θεό των ανθρώπων αυτών, στην πίστη τους. Ένιωθε ευγνωμοσύνη που οι δικοί του θεοί τον είχαν αναθρέψει με τον σωστό τρόπο.
Και τώρα περνούσε το κατώφλι ενός ακόμα από αυτούς τους περίεργους και εξωτικούς ανθρώπους. Ήταν η πρώτη του επιλογή σε αυτή την Πόλη από όταν ήρθε πρώτη φορά εδώ. Μπορεί ο ιδιοκτήτης να ήταν κι αυτός ένα αίνιγμα, μα τουλάχιστον τον είχε καλέσει, του είχε δώσει την επιλογή να είναι εκεί. Ο Vargsieg το σεβόταν αυτό. Τον έκανε να νιώθει πιο πολύ σαν στο σπίτι του από οτιδήποτε άλλο σε αυτή την ξένη γη.
Έσφιξε στο χέρι του την προβιά. Δεν είχε τίποτα να φοβάται όσο την κρατούσε κοντά του. Μουρμούρισε δύο τρεις λέξεις, μα η τραχιά φωνή του και η σκληρή μητρική του γλώσσα έκαναν τους φρουρούς να ανατριχιάσουν. Αντάλλαξαν βλέμματα παγώνοντας στη θέση τους για μια στιγμή. Ο κολοσσός όμως είχε αλλάξει το βήμα του, αποφασιστικό και βιαστικό πλέον.
Κρατώντας τα κράνη τους άρχισαν να τρέχουν πίσω του, μα πριν ακόμα τον φτάσουν ήξεραν πως δεν τον οδηγούσαν, δεν τον συνόδευαν πλέον. Ήταν κάτι το εξωπραγματικό αυτός ο γίγαντας. Οι σκέψεις του είχαν πλυμμηρίσει την ατμόσφαιρα. Ήταν μόνος του, δεν είχε ανάγκη κανέναν. Ήξερε τι ήθελε και ποιο ήταν το πεπρωμένο του. Κανένας δεν θα έμπαινε στο δρόμο του, κι αν έμπαινε τόσο το χειρότερο για αυτόν. Με το τρέξιμό τους ίσα ίσα μπορούσαν να τον ακολουθήσουν. Γρήγορα τα παράτησαν και έφτασε μονάχος μπροστά τη βαριά ξύλινη πόρτα την ώρα που άνοιγε.
Είναι περίεργο το λεξιλόγιό σου να μην περιέχει μια λέξη. Σημαίνει πως υπάρχει πιθανότητα να μάθεις τι σημαίνει πριν μάθεις πώς το λένε. Άλλοι το απολαμβάνουν, άλλοι το μισούν, άλλοι σπανίως το προσέχουν. Η λέξη "ματαιοδοξία" ήταν αυτή που έλειπε από τον Vargsieg. Ένιωθε να τον διαποτίζει, να τον πνίγει. Και ήθελε να βρει αυτή τη λέξη που περιγράφει όσα είχε δει, μα η φτωχή του ανατροφή δεν τον είχε προετοιμάσει για αυτό. Και έτσι δεν μπορούσε να το μεταφράσει, τα θεωρούσε όλα αινιγματικά και εξωτικά. Έβρισκε την αιτία στον μοναχικό θεό των ανθρώπων αυτών, στην πίστη τους. Ένιωθε ευγνωμοσύνη που οι δικοί του θεοί τον είχαν αναθρέψει με τον σωστό τρόπο.
Και τώρα περνούσε το κατώφλι ενός ακόμα από αυτούς τους περίεργους και εξωτικούς ανθρώπους. Ήταν η πρώτη του επιλογή σε αυτή την Πόλη από όταν ήρθε πρώτη φορά εδώ. Μπορεί ο ιδιοκτήτης να ήταν κι αυτός ένα αίνιγμα, μα τουλάχιστον τον είχε καλέσει, του είχε δώσει την επιλογή να είναι εκεί. Ο Vargsieg το σεβόταν αυτό. Τον έκανε να νιώθει πιο πολύ σαν στο σπίτι του από οτιδήποτε άλλο σε αυτή την ξένη γη.
Έσφιξε στο χέρι του την προβιά. Δεν είχε τίποτα να φοβάται όσο την κρατούσε κοντά του. Μουρμούρισε δύο τρεις λέξεις, μα η τραχιά φωνή του και η σκληρή μητρική του γλώσσα έκαναν τους φρουρούς να ανατριχιάσουν. Αντάλλαξαν βλέμματα παγώνοντας στη θέση τους για μια στιγμή. Ο κολοσσός όμως είχε αλλάξει το βήμα του, αποφασιστικό και βιαστικό πλέον.
Κρατώντας τα κράνη τους άρχισαν να τρέχουν πίσω του, μα πριν ακόμα τον φτάσουν ήξεραν πως δεν τον οδηγούσαν, δεν τον συνόδευαν πλέον. Ήταν κάτι το εξωπραγματικό αυτός ο γίγαντας. Οι σκέψεις του είχαν πλυμμηρίσει την ατμόσφαιρα. Ήταν μόνος του, δεν είχε ανάγκη κανέναν. Ήξερε τι ήθελε και ποιο ήταν το πεπρωμένο του. Κανένας δεν θα έμπαινε στο δρόμο του, κι αν έμπαινε τόσο το χειρότερο για αυτόν. Με το τρέξιμό τους ίσα ίσα μπορούσαν να τον ακολουθήσουν. Γρήγορα τα παράτησαν και έφτασε μονάχος μπροστά τη βαριά ξύλινη πόρτα την ώρα που άνοιγε.
Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009
Αντίποινα
Η τσιριχτή φωνή του μικρόσωμου Gargoyle ήταν κάτι που και ο ίδιος ο Abetorius είχε απαγορεύσει να ακούγεται. Οι άνθρωποι τρομοκρατούνταν στο άκουσμά της, τα ζώα ζάρωναν και οι Καϊνίτες οι ίδιοι ανατρίχιαζαν. Το να μουρμουρίζει μερικές λέξεις ήταν αρκετό για να δημιουργηθεί αναστάτωση και ο Abetorius είχε φτάσει να μετανιώνει την απόφασή του να δημιουργήσει αυτό το τέρας πολλές φορές στο παρελθόν.
Στην απόλυτη σιωπή στο καταφύγιο της οικογένειας Tremere ο Abetorius είπε μόνο μία λέξη. Πριν τελειώσει καν τη λέξη αυτή, το μικρόσωμο Gargoyle ούρλιαξε με όλη του τη δύναμη, και συνέχισε να ουρλιάζει μέχρι που οι κατακόμβες άρχισαν να τρίζουν και το χώμα άρχισε να πέφτει πάνω στις τρεις φιγούρες σαν χιόνι. Η φωνή ζωντάνεψε αρχαία πνεύματα και θα έλεγε κανείς πως οι νεκροί προσπαθούσαν μάταια να κουνήσουν τα νεκρά τους σώματα και να φύγουν από το μέρος. Ο ίδιος ο Abetorius, περπάτησε αργά προς την έξοδο με τον άλλο σιωπηλό του υπηρέτη, απαλλαγμένος προσωρινά από το Κτήνος, μα διατηρώντας την οργή του με την ίδια ανάγκη που κρατούσε τη λογική του.
Ο καιρός για πολιτική και όμορφα λόγια είχε περάσει. Εγκατέλειψε το κρησφύγετό του χωρίς να πει δεύτερη λέξη. Μισή ώρα μετά, το ουρλιαχτό σταμάτησε. Τα ερείπια της εκκλησίας είχαν καταπλακώσει την είσοδο και οι κατακόμβες είχαν γκρεμιστεί, καταπίνοντας οτιδήποτε έμενε από την πατριά των Tremere. Το Gargoyle φύτρωσε μέσα από τη γη εκατό μέτρα πέρα και σιωπηλά πλέον πέταξε ενστικτωδώς προς τον αφέντη του.
Στην απόλυτη σιωπή στο καταφύγιο της οικογένειας Tremere ο Abetorius είπε μόνο μία λέξη. Πριν τελειώσει καν τη λέξη αυτή, το μικρόσωμο Gargoyle ούρλιαξε με όλη του τη δύναμη, και συνέχισε να ουρλιάζει μέχρι που οι κατακόμβες άρχισαν να τρίζουν και το χώμα άρχισε να πέφτει πάνω στις τρεις φιγούρες σαν χιόνι. Η φωνή ζωντάνεψε αρχαία πνεύματα και θα έλεγε κανείς πως οι νεκροί προσπαθούσαν μάταια να κουνήσουν τα νεκρά τους σώματα και να φύγουν από το μέρος. Ο ίδιος ο Abetorius, περπάτησε αργά προς την έξοδο με τον άλλο σιωπηλό του υπηρέτη, απαλλαγμένος προσωρινά από το Κτήνος, μα διατηρώντας την οργή του με την ίδια ανάγκη που κρατούσε τη λογική του.
Ο καιρός για πολιτική και όμορφα λόγια είχε περάσει. Εγκατέλειψε το κρησφύγετό του χωρίς να πει δεύτερη λέξη. Μισή ώρα μετά, το ουρλιαχτό σταμάτησε. Τα ερείπια της εκκλησίας είχαν καταπλακώσει την είσοδο και οι κατακόμβες είχαν γκρεμιστεί, καταπίνοντας οτιδήποτε έμενε από την πατριά των Tremere. Το Gargoyle φύτρωσε μέσα από τη γη εκατό μέτρα πέρα και σιωπηλά πλέον πέταξε ενστικτωδώς προς τον αφέντη του.
Σάββατο 4 Ιουλίου 2009
Η βόλτα στην 8η περιοχή της Κωνσταντινούπολης ήταν πάντα μια κακή ιδέα. Ο σκοπός της βόλτας, η εξερεύνηση δηλαδή για οποιοδήποτε ίχνος του καταζητούμενου Lasombra, ήταν επίσης κακή ιδέα, μα ήταν και το μόνο σημείο απ' όπου μπορούσαν να ξεκινήσουν. Φήμες, όπως τις είχε μεταφέρει ο Malachite, έλεγαν πως οι υπηρέτες του Tremere είχαν καταδιώξει τον χτεσινό Καϊνίτη και τον είχαν στριμώξει σε ένα χαμόσπιτο, κάπου στην 8η περιοχή. Και τώρα ήταν δική του δουλειά, μέσα από αυτόν τον λαβύρινθο από δρόμους, σοκάκια και χαμόσπιτα, ανάμεσα στις κραυγές για βοήθεια από ζητιάνους, και στα γαβγίσματα των σκύλων, να βρει τα ίχνη του φυγά. Και μοιραζόταν το φορτίο με ένα μάτσο νεοφερμένους που τον άγχωναν υπερβολικά.
Οι δύο τελευταίες νύχτες σίγουρα δεν ήταν αυτές που περίμενε. Ένας προμελετημένος κατά τα φαινόμενα φόνος τη μία νύχτα, μια ατυχής συνάντηση την άλλη. Και οδηγούμαστε σε αυτή τη νύχτα που δεν λέει να τελειώσει. Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ο Νικηφόρος καταλάβαινε γιατί τόσο καιρό δεν έβγαινε πολύ από το καταφύγιό του. Ήταν για να αποφεύγει αυτό το καρναβάλι. "Καταραμένοι τρελοί Toreador..." μουρμούριζε κάθε τόσο.
Οι δύο τελευταίες νύχτες σίγουρα δεν ήταν αυτές που περίμενε. Ένας προμελετημένος κατά τα φαινόμενα φόνος τη μία νύχτα, μια ατυχής συνάντηση την άλλη. Και οδηγούμαστε σε αυτή τη νύχτα που δεν λέει να τελειώσει. Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ο Νικηφόρος καταλάβαινε γιατί τόσο καιρό δεν έβγαινε πολύ από το καταφύγιό του. Ήταν για να αποφεύγει αυτό το καρναβάλι. "Καταραμένοι τρελοί Toreador..." μουρμούριζε κάθε τόσο.
Κυριακή 28 Ιουνίου 2009
Alfonzo of Venice
- Giorgio... Ο λαιμός μου είναι ξηρός. Φρόντισέ με, αμέσως!
Ο Επίσκοπος δεν κοίταξε στιγμή το τέκνο του. Το βλέμμα του καταβρόχθιζε λαίμαργα μία μία όλες τις δροσερές γυναίκες στο πλήθος, τρυπούσε το λαιμό τους, τα χέρια τους, τα γυμνά στήθη τους και χανόταν σε κόκκινους καταρράκτες. Τα σφραγισμένα χείλη του ίσα ίσα κατάφερναν να καλύψουν τα σφιγμένα δόντια του που πίεζαν τα ούλα και το εσωτερικό του στόματός του, πλυμμηρίζοντάς το με το ίδιο του το σφρίγος. Τα χέρια του, που στιγμές πριν και για ώρα θώπευαν τα κορμιά των τριών ξαπλωμένων γυναικών τριγύρω του, τώρα το ίδιο ανεξέλεγκτα με την όρεξή του, έσφιγγαν σαν τανάλιες τα χέρια τους, πονώντας αρχικά, τσακίζοντας στη συνέχεια, τα κόκκαλα. Κανείς δεν θα παρατηρούσε κάτι ακόμα και αν το ήθελε. Οι ήχοι χάνονταν στον εκκωφαντικό θόρυβο τριγύρω, και οι μορφασμοί πόνου των γυναικών μικρή διαφορά είχαν από τα γεμάτα έκσταση προσωπεία που φορούσαν όλη την νύχτα. Μα ο αφόρητος πόνος τις έκανε μία μία να λιποθυμίσουν, πέφτοντας στα πόδια του αφέντη τους, με τα χέρια τους πλέον, σαν σπασμένα κοτσάνια μαραμένων λουλουδιών στα χέρια ενός αδιάφορου εραστή, αφήνονταν να πέσουν ενώ ο Επίσκοπος έγειρε προς τα πίσω.
Ο Giorgio εναπόθεσε στην αγκαλιά του μια νεαρή κοπέλα με μαυρισμένο δέρμα και έντονα μαύρα μάτια, πνιγμένα σε μια θάλασσα κρασιού και απορίας. Φαινόταν να μην θέλει να αποχωριστεί το νεαρό Vampire, ούτε τις αλυσίδες που την έδεναν και την έφερναν γύρους στην αίθουσα όλο το βράδυ ημίγυμνη, σε μια διεστραμμένη επίδειξη υποταγής της οποίας ίσως και ο Giorgio να μην καταλάβαινε το νόημα. Μα το "Γλυκό Κρασί" -όπως αναφερόταν στο εκάστοτε θύμα αυτής της επίδειξης ο Επίσκοπος- είχε ωριμάσει και ήταν ώρα να δροσίσει τον ιδιοκτήτη του. Ο Giorgio της έστριψε το πηγούνι προς τον κτήτορά της με το ένα χέρι, ενώ το άλλο το έβαλε μπροστά στο στόμα της, εναποθέτωντας κρυφά και διστακτικά κάτι στη γλώσσα της.
"Το δείπνο σας είναι έτοιμο Επίσκοπε" είπε στο αυτί του Alfonzo και έσπρωξε βίαια με το χέρι το κάτω σαγόνι της κοπέλας. Το μεθυσμένο χαμόγελό της, οι εκφράσεις της και τα λακάκια στα μάγουλά της όλα εξαφανίστηκαν μονομιάς, και αντικαταστάθηκαν με το κενό βλέμμα του ετοιμοθάνατου. Από τις γωνίες των χειλιών και των ματιών της το αίμα της άρχισε να στάζει. Ο Giorgio γύρισε απότομα το κεφάλι του για να μην αντικρύσει αυτό το θέαμα. Έβαλε τα δυνατά του για να μην αλλάξει η έκφρασή του, όπως έκανε και κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας. Έφυγε βλοσυρός, γυρνώντας την πλάτη, μα σαν καθρέφτης μπροστά στα μάτια του, η συνείδησή του τού επέβαλε να παρακολουθεί τη συνέχεια. Η μόνη σκέψη που μπορούσε να κάνει ήταν πως η πραγματική σκηνή που άφηνε πίσω του θα πρέπει να ήταν εκατό και παραπάνω φορές πιο απάνθρωπη.
Ο Επίσκοπος δεν κοίταξε στιγμή το τέκνο του. Το βλέμμα του καταβρόχθιζε λαίμαργα μία μία όλες τις δροσερές γυναίκες στο πλήθος, τρυπούσε το λαιμό τους, τα χέρια τους, τα γυμνά στήθη τους και χανόταν σε κόκκινους καταρράκτες. Τα σφραγισμένα χείλη του ίσα ίσα κατάφερναν να καλύψουν τα σφιγμένα δόντια του που πίεζαν τα ούλα και το εσωτερικό του στόματός του, πλυμμηρίζοντάς το με το ίδιο του το σφρίγος. Τα χέρια του, που στιγμές πριν και για ώρα θώπευαν τα κορμιά των τριών ξαπλωμένων γυναικών τριγύρω του, τώρα το ίδιο ανεξέλεγκτα με την όρεξή του, έσφιγγαν σαν τανάλιες τα χέρια τους, πονώντας αρχικά, τσακίζοντας στη συνέχεια, τα κόκκαλα. Κανείς δεν θα παρατηρούσε κάτι ακόμα και αν το ήθελε. Οι ήχοι χάνονταν στον εκκωφαντικό θόρυβο τριγύρω, και οι μορφασμοί πόνου των γυναικών μικρή διαφορά είχαν από τα γεμάτα έκσταση προσωπεία που φορούσαν όλη την νύχτα. Μα ο αφόρητος πόνος τις έκανε μία μία να λιποθυμίσουν, πέφτοντας στα πόδια του αφέντη τους, με τα χέρια τους πλέον, σαν σπασμένα κοτσάνια μαραμένων λουλουδιών στα χέρια ενός αδιάφορου εραστή, αφήνονταν να πέσουν ενώ ο Επίσκοπος έγειρε προς τα πίσω.
Ο Giorgio εναπόθεσε στην αγκαλιά του μια νεαρή κοπέλα με μαυρισμένο δέρμα και έντονα μαύρα μάτια, πνιγμένα σε μια θάλασσα κρασιού και απορίας. Φαινόταν να μην θέλει να αποχωριστεί το νεαρό Vampire, ούτε τις αλυσίδες που την έδεναν και την έφερναν γύρους στην αίθουσα όλο το βράδυ ημίγυμνη, σε μια διεστραμμένη επίδειξη υποταγής της οποίας ίσως και ο Giorgio να μην καταλάβαινε το νόημα. Μα το "Γλυκό Κρασί" -όπως αναφερόταν στο εκάστοτε θύμα αυτής της επίδειξης ο Επίσκοπος- είχε ωριμάσει και ήταν ώρα να δροσίσει τον ιδιοκτήτη του. Ο Giorgio της έστριψε το πηγούνι προς τον κτήτορά της με το ένα χέρι, ενώ το άλλο το έβαλε μπροστά στο στόμα της, εναποθέτωντας κρυφά και διστακτικά κάτι στη γλώσσα της.
"Το δείπνο σας είναι έτοιμο Επίσκοπε" είπε στο αυτί του Alfonzo και έσπρωξε βίαια με το χέρι το κάτω σαγόνι της κοπέλας. Το μεθυσμένο χαμόγελό της, οι εκφράσεις της και τα λακάκια στα μάγουλά της όλα εξαφανίστηκαν μονομιάς, και αντικαταστάθηκαν με το κενό βλέμμα του ετοιμοθάνατου. Από τις γωνίες των χειλιών και των ματιών της το αίμα της άρχισε να στάζει. Ο Giorgio γύρισε απότομα το κεφάλι του για να μην αντικρύσει αυτό το θέαμα. Έβαλε τα δυνατά του για να μην αλλάξει η έκφρασή του, όπως έκανε και κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας. Έφυγε βλοσυρός, γυρνώντας την πλάτη, μα σαν καθρέφτης μπροστά στα μάτια του, η συνείδησή του τού επέβαλε να παρακολουθεί τη συνέχεια. Η μόνη σκέψη που μπορούσε να κάνει ήταν πως η πραγματική σκηνή που άφηνε πίσω του θα πρέπει να ήταν εκατό και παραπάνω φορές πιο απάνθρωπη.
Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009
Η Κατάρρευση
"Οι σταυροφόροι μείνανε μ' ανοιχτό το στόμα μόλις αντίκρισαν την Πόλη, που δεν την είχαν δει ποτέ. Γιατί δεν μπορούσαν να φανταστούν πως μπορούσε να υπάρχει στον κόσμο μια τόσο μεγάλη πόλη όταν αντίκρυσαν τα ψηλά της τείχη και τους αμέτρητους εκείνους πύργους της που την έζωναν ολόυρα και τα πλούσια τούτα παλάτια της και τις ψηλές εκείνες εκκλησίες της, που ήτανε τόσες πολλές ώστε κανένας δε θα μπορούσε να πιστέψει, αν δε τάβλεπε με τα ίδια του τα μάτια. Θαυμάζανε ακόμα το μάκρος και το πλάτος της πόλης, που στεκονταν πάνω απ' όλες βασίλισσα.
... Και μάθετε, πως δε στάθηκε άντρας, όσο παλληκάρι κι αν ήταν, που να μην ανατριχιάσει. Κι αυτό δεν πρέπει να σας κάμει εντύπωση. Γιατί ποτές τόσο λίγοι άνθρωποι δεν καταπιαστήκανε με μια τόσο μεγάλη επιχείρηση από τότες που υπάρχει κόσμος."
(Villehardouin: "Conquete de Constantinople, XXVI, 128)
Η Βασιλεύουσα ακόμα στέκεται. Αυτοκράτοράς της και όλου του Βυζαντίου είναι ο Αλέξιος Γ' ο Άγγελος, αυτοαποκαλούμενος Κομνηνός επειδή θεωρούσε το όνομα αυτό ένδοξο. Πήρε το θρόνο από τον αδερφό του, Ισαάκιο Β' Άγγελο, τυφλώνοντάς τον, πριν 2 χρόνια. Τώρα πια, αδιαφορώντας για την τύχη της Αυτοκρατορίας του, κλεισμένος στο Ανάκτορο των Βλαχερνών, απολαμβάνει τη συντροφιά πλούσιων φίλων και παλλακίδων, προς μεγάλη απογοήτευση όσων ήλπιζαν πως η κατάσταση θα βελτιωνόταν. Πατάει με μοναρχική αυθάδεια στα Όνειρα πολλών, τσακίζοντάς τα ανελέητα και χωρίς θλίψη. Στο ελάχιστο φως που ρίχνουν οι δαυλοί και τα λυχνάρια τη νύχτα, ανάμεσα στις σκιές και το μισοσκόταδο, τα μάτια που κάποτε δάκρισαν για αυτήν την Πόλη τώρα δεν υπάρχουν πια. Κανείς φαίνεται δεν υπερασπίζεται πλέον το Όνειρο εκείνο που ήταν η Νέα Ρώμη. Ο θάνατος, η φυγή και η τρέλα πήραν τους φύλακες του ακριβότερου κοσμήματος μακριά. Τώρα πια θνητοί και απέθαντοι, ντόπιοι και αλλοδαποί, όλοι τρέφονται από τα απομεινάρια του Ονείρου αυτού, που τόση ήταν η αγάπη που το πότισε τόσους αιώνες πριν και ακόμα κατορθώνει να ανθίζει, να ακτινοβολεί και να φέρνει ανατριχίλα και σύγκρυο στους επίδοξους κατακτητές της.
I being poor have only but my dreams,
I spread my dreams about your feet,
Tread softly, for you are treading on my dreams.
-W.B. Yeats
... Και μάθετε, πως δε στάθηκε άντρας, όσο παλληκάρι κι αν ήταν, που να μην ανατριχιάσει. Κι αυτό δεν πρέπει να σας κάμει εντύπωση. Γιατί ποτές τόσο λίγοι άνθρωποι δεν καταπιαστήκανε με μια τόσο μεγάλη επιχείρηση από τότες που υπάρχει κόσμος."
(Villehardouin: "Conquete de Constantinople, XXVI, 128)
Η Βασιλεύουσα ακόμα στέκεται. Αυτοκράτοράς της και όλου του Βυζαντίου είναι ο Αλέξιος Γ' ο Άγγελος, αυτοαποκαλούμενος Κομνηνός επειδή θεωρούσε το όνομα αυτό ένδοξο. Πήρε το θρόνο από τον αδερφό του, Ισαάκιο Β' Άγγελο, τυφλώνοντάς τον, πριν 2 χρόνια. Τώρα πια, αδιαφορώντας για την τύχη της Αυτοκρατορίας του, κλεισμένος στο Ανάκτορο των Βλαχερνών, απολαμβάνει τη συντροφιά πλούσιων φίλων και παλλακίδων, προς μεγάλη απογοήτευση όσων ήλπιζαν πως η κατάσταση θα βελτιωνόταν. Πατάει με μοναρχική αυθάδεια στα Όνειρα πολλών, τσακίζοντάς τα ανελέητα και χωρίς θλίψη. Στο ελάχιστο φως που ρίχνουν οι δαυλοί και τα λυχνάρια τη νύχτα, ανάμεσα στις σκιές και το μισοσκόταδο, τα μάτια που κάποτε δάκρισαν για αυτήν την Πόλη τώρα δεν υπάρχουν πια. Κανείς φαίνεται δεν υπερασπίζεται πλέον το Όνειρο εκείνο που ήταν η Νέα Ρώμη. Ο θάνατος, η φυγή και η τρέλα πήραν τους φύλακες του ακριβότερου κοσμήματος μακριά. Τώρα πια θνητοί και απέθαντοι, ντόπιοι και αλλοδαποί, όλοι τρέφονται από τα απομεινάρια του Ονείρου αυτού, που τόση ήταν η αγάπη που το πότισε τόσους αιώνες πριν και ακόμα κατορθώνει να ανθίζει, να ακτινοβολεί και να φέρνει ανατριχίλα και σύγκρυο στους επίδοξους κατακτητές της.
I being poor have only but my dreams,
I spread my dreams about your feet,
Tread softly, for you are treading on my dreams.
-W.B. Yeats
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)