Ο Vargsieg είχε μείνει αποσβολωμένος. Κοιτούσε τον Nosferatu που τους συνόδευε προς το οχυρό του Mediasch. Είχε την όψη του ακλονητου βράχου. Ένιωσε πως τον είχε ξανασυναντήσει και εικόνες από τις μέρες του στην Κωνσταντινούπολη πλυμμήρισαν το μυαλό του. Η μορφή μπροστά του σαν να τρεμόπαιξε, σαν να άλλαξε στιγμιαία και να αντικαταστάθηκε από τον τελευταίο Nosferatu που είχε σεβαστεί τόσο. Κι εκείνος, όπως και τούτος εδώ, φάνταζε ακλόνητος, τόσο που τον ονομάσανε Μαλαχίτη. Τόσο περίεργο σινάφι αυτοί οι Nosferatu.
Έριξε μια ματιά στην αινιγματική δολοφόνο που περπατούσε δίπλα του και απόρρησε πώς μπορεί αυτοί οι δύο να είναι τόσο διαφορετικοί και πώς η άγρια αυτή γυναίκα μοιάζει να έχει τόσα κοινά με τον ίδιο. Λίγη ώρα πριν τού είχε ζητήσει να διαλέξει ανάμεσα σε δύο δυσάρεστα ενδεχόμενα: είτε να θυσιάσει την κόρη του Bernardo, είτε να θυσιάσει τον ίδιο τον Καππαδοκιανό. Όσο και αν ήθελε να πετύχει μια συμφωνία, κάτι μέσα του είχε ζωντανέψει, οι αρχές του, το ίδιο του το είναι, που τόσο καιρό είχε βιαστεί, είχε παραμορφωθεί από τις ανάγκες και τις συμβουλές των υπολοίπων. Και δεν πρόδωσε τους συντρόφους του. Δεν πρόδωσε την αγέλη του. Κι ήταν το μόνο που ικανοποίησε αυτήν την κτηνώδη Nosferatu.
Τώρα ο Zelios είχε βρεθεί. Και είχε συμφωνήσει να τους βοηθήσει, έστω κι αν οι όροι του ήταν ακατανόητοι. Έστω κι αν προσπαθούσε να τους αποτρέψει. Ήταν θέμα ημερών πλέον, οι απαντήσεις πλησίαζαν περισσότερο από ποτέ. Ίσως υπάρχει ένα σχέδιο πίσω από όλα αυτά, εντέλει. Ίσως ο Μιχαήλ να είναι ακόμα μαζί μας. Το απότομο βλέμμα της Marusca τον έκανε να γυρίσει το βλέμμα του αμήχανος στον γεννήτορά της. Και στη θέση του βρισκόταν η μορφή του Malachite, να τον κοιτάει επιδοκιμαστικά.
"Από εδώ..." ψιθύρισε ο Zelios.
Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010
"Τι είναι αυτό που σε απασχολεί τόσο;" ρώτησε τελικά η Marusca. Το πρόσωπο του Γεννήτορά της έμεινε όπως πάντα ακίνητο, σαν μια πέτρινη, γκρίζα μάσκα. Τον γνώριζε τόσα χρόνια, ήξερε πολύ καλά πως δεν θα διέκρινε κάποιο συναίσθημα πάνω του, μα η σιωπή του κόντευε να την τρελάνει. "Δεν ενδιαφέρθηκες ποτέ για τα σχέδιά μας, μα τα τελευταία γεγονότα φαίνεται να σε ανησυχούν. Το ξέρω αυτό! Πες μου γιατί, λοιπόν!"
Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της και της έκαναν φανερή την ενόχλησή του. Εκείνη αποφάσισε να συγκρατήσει το θυμό της, μα τα χέρια της έτρεμαν ακόμα. Έγινε ξεκάθαρο στον Zelios πως έπρεπε να δοκιμάσει να εξηγηθεί. Μα πώς μπρούσε να εξηγήσει κάτι που δεν κατανοεί πλήρως και εκείνος;
"Έχω ένα έργο να ολοκληρώσω. Και τα γεγονότα των τελευταίων μηνών με εμποδίζουν. Αυτό πρέπει να διορθωθεί. Αυτό που πρέπει να καταλάβεις είναι πως το έργο μου είναι πιο σημαντικό από τα σχέδιά σου, τις έχθρες σου και τις επιθυμίες σου. Κι από τις δικές μου επίσης. Όλα όσα συμβαίνουν δεν είναι τυχαία. Μέχρι και Εκείνος επέστρεψε σε αυτά τα μέρη και επέλεξε να περιπλανηθεί μαζί τους."
Η Marusca δάγκωσε τα χείλη της. Προσπάθησε να συγκρατήσει τα λόγια της, μα δεν άντεξε και γλίστρησαν, απαλά στην αρχή, απειλητικά στο τέλος, από τα χείλη της.
"Πάντα υπέθετες και φοβόσουν πράγματα που απλά δεν ήταν εκεί. Δεν θέλω να ακούσω ξανά τις προκαταλήψεις σου γι' αυτόν και τι φαντάζεσαι πως είναι και ξέρει!! Κι όσο για εκείνους... Είναι ανήθικα ανθρωπάρια και δεν τους αξίζει καμία βοήθεια." Στο τέλος δίστασε, όχι για το ποιόν τους, μα γιατί ξαναήρθαν οι σκέψεις που την προβλημάτιζαν τις τελευταίες νύχτες. Γιατί ο Zelios, ο τελευταίος που θα περίμενα να νοιαστεί, ξάφνου ενδιαφέρεται για αυτούς;
"Θα σου αποδείξω πως έχεις κάνει λάθος, τέκνον μου... Ακολούθησέ με..."
Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της και της έκαναν φανερή την ενόχλησή του. Εκείνη αποφάσισε να συγκρατήσει το θυμό της, μα τα χέρια της έτρεμαν ακόμα. Έγινε ξεκάθαρο στον Zelios πως έπρεπε να δοκιμάσει να εξηγηθεί. Μα πώς μπρούσε να εξηγήσει κάτι που δεν κατανοεί πλήρως και εκείνος;
"Έχω ένα έργο να ολοκληρώσω. Και τα γεγονότα των τελευταίων μηνών με εμποδίζουν. Αυτό πρέπει να διορθωθεί. Αυτό που πρέπει να καταλάβεις είναι πως το έργο μου είναι πιο σημαντικό από τα σχέδιά σου, τις έχθρες σου και τις επιθυμίες σου. Κι από τις δικές μου επίσης. Όλα όσα συμβαίνουν δεν είναι τυχαία. Μέχρι και Εκείνος επέστρεψε σε αυτά τα μέρη και επέλεξε να περιπλανηθεί μαζί τους."
Η Marusca δάγκωσε τα χείλη της. Προσπάθησε να συγκρατήσει τα λόγια της, μα δεν άντεξε και γλίστρησαν, απαλά στην αρχή, απειλητικά στο τέλος, από τα χείλη της.
"Πάντα υπέθετες και φοβόσουν πράγματα που απλά δεν ήταν εκεί. Δεν θέλω να ακούσω ξανά τις προκαταλήψεις σου γι' αυτόν και τι φαντάζεσαι πως είναι και ξέρει!! Κι όσο για εκείνους... Είναι ανήθικα ανθρωπάρια και δεν τους αξίζει καμία βοήθεια." Στο τέλος δίστασε, όχι για το ποιόν τους, μα γιατί ξαναήρθαν οι σκέψεις που την προβλημάτιζαν τις τελευταίες νύχτες. Γιατί ο Zelios, ο τελευταίος που θα περίμενα να νοιαστεί, ξάφνου ενδιαφέρεται για αυτούς;
"Θα σου αποδείξω πως έχεις κάνει λάθος, τέκνον μου... Ακολούθησέ με..."
Πέμπτη 8 Απριλίου 2010
Kronstadt
Ο Vali περπατούσε με ταχύ βήμα προς το πιο σκοτεινό κομμάτι της πόλης, αυτό που του ταίριαζε περισσότερο. Κατάφερε να πείσει τους συντρόφους του να διανυκτερεύσουν σε αυτό το μέρος, τη γεννέτειρά του, το Kronstandt.
Ήταν η πρώτη φορά που σε αυτό το μέρος δεν είχε κάποια γνωστή φυσιονωμία να τον περιμένει. Οι ανθρωποι ήταν κλειδωμένοι στα μικρά σπίτια τους, τα μαγαζιά κλειστά. Μόνο λίγοι φρουροί, μισθωμένοι πολίτες, περιπολούσαν τους δρόμους και τα σκοτεινά σοκάκια. Το καραβάνι είχε βρει κατάλυμα σε έναν εμπορικό ξενώνα, χτισμένο από όταν ο Vali ήταν πιτσιρίκι, ακριβώς για αυτόν τον σκοπό. Η πόλη βασιζόταν πάντα στους εμπόρους για την οικονομία της. Την θεωρούσαν ασφαλή και φιλική πόλη και αυτό ήταν πραγματικά. Ο Gratias, όσο καιρό ήταν Πρίγκιπας σε αυτά τα μέρη, είχε επενδύσει σε αυτό βοηθώντας το μικρό χωριό, το περικυκλωμένο από τα Νότια Τρανσυλβανικά Όρη, να γίνει ένα φιλικό πέρασμα.
Ο Gratias όμως ήταν πλέον νεκρός και η πόλη που βοήθησε να χτιστεί τώρα παρήκμαζε. Ήταν πιο ήσυχη, πιο τρομακτική. Οι καταπράσινοι λόφοι φαινόντουσαν κατάμαυροι και πιο απειλητικοί. Κάποτε χάιδευαν με τα φύλλα τους τις παρυφές της πόλης, τώρα φαίνονταν να τις γδέρνουν με δαιμονικά κλαριά. Ακόμα και ο ναός της Παναγίας, το τάμα των πρώτων Γερμανών αποίκων, είχε αρχίσει να φθείρεται, με τον άλλοτε μεγαλοπρεπή κήπο του τώρα να πνίγεται στα αγριόχορτα καταμεσίς της Άνοιξης. Η Corona, η Πόλη Στέμμα, είχε χάσει την λάμψη της. Ο Vali δεν ήξερε αν έπρεπε για την παρακμή να κατηγορήσει τον Gratias που την εγκατέλειψε ή όποιον βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία του.
Χωρίς να κάνει τον παραμικρό ήχο, σαν να φοβόταν μην ενοχλήσει ένα άφαντο μα πολύ πραγματικό κακό που κοιμόταν στην πόλη, γλίστρησε προς το νεκροταφείο. Ο κοιμώμενος νυχτοφύλακας του προσέφερε όσο αίμα χρειαζόταν.
Ήταν η πρώτη φορά που σε αυτό το μέρος δεν είχε κάποια γνωστή φυσιονωμία να τον περιμένει. Οι ανθρωποι ήταν κλειδωμένοι στα μικρά σπίτια τους, τα μαγαζιά κλειστά. Μόνο λίγοι φρουροί, μισθωμένοι πολίτες, περιπολούσαν τους δρόμους και τα σκοτεινά σοκάκια. Το καραβάνι είχε βρει κατάλυμα σε έναν εμπορικό ξενώνα, χτισμένο από όταν ο Vali ήταν πιτσιρίκι, ακριβώς για αυτόν τον σκοπό. Η πόλη βασιζόταν πάντα στους εμπόρους για την οικονομία της. Την θεωρούσαν ασφαλή και φιλική πόλη και αυτό ήταν πραγματικά. Ο Gratias, όσο καιρό ήταν Πρίγκιπας σε αυτά τα μέρη, είχε επενδύσει σε αυτό βοηθώντας το μικρό χωριό, το περικυκλωμένο από τα Νότια Τρανσυλβανικά Όρη, να γίνει ένα φιλικό πέρασμα.
Ο Gratias όμως ήταν πλέον νεκρός και η πόλη που βοήθησε να χτιστεί τώρα παρήκμαζε. Ήταν πιο ήσυχη, πιο τρομακτική. Οι καταπράσινοι λόφοι φαινόντουσαν κατάμαυροι και πιο απειλητικοί. Κάποτε χάιδευαν με τα φύλλα τους τις παρυφές της πόλης, τώρα φαίνονταν να τις γδέρνουν με δαιμονικά κλαριά. Ακόμα και ο ναός της Παναγίας, το τάμα των πρώτων Γερμανών αποίκων, είχε αρχίσει να φθείρεται, με τον άλλοτε μεγαλοπρεπή κήπο του τώρα να πνίγεται στα αγριόχορτα καταμεσίς της Άνοιξης. Η Corona, η Πόλη Στέμμα, είχε χάσει την λάμψη της. Ο Vali δεν ήξερε αν έπρεπε για την παρακμή να κατηγορήσει τον Gratias που την εγκατέλειψε ή όποιον βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία του.
Χωρίς να κάνει τον παραμικρό ήχο, σαν να φοβόταν μην ενοχλήσει ένα άφαντο μα πολύ πραγματικό κακό που κοιμόταν στην πόλη, γλίστρησε προς το νεκροταφείο. Ο κοιμώμενος νυχτοφύλακας του προσέφερε όσο αίμα χρειαζόταν.
Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010
"Είδα ό,τι υπήρχε να δω και διέταξα το φως να κρύψει όλα τα άλλα. Γέννησα δάκρυα και αναστεναγμούς, θάλασσες ανταριασμένες, για να πνίξω το μίσος και το διχασμό των παιδιών μου. Στέρεψαν και άφησαν άμμο απαλή για να ξαπλώσουν. Είδα το Όνειρό μου να δαγκώνει τη σάρκα του και να τη φτύνει με μανία. Και όταν τα μάτια μου κοίταξαν το Θεό, ήταν τόσο νεκρά που ούτε Εκείνος, ο Πάνσοφος και Ελεήμων, δεν με λυπήθηκε. Παλιέ μου φίλε και μαθητή, τι συμβαίνει στην Πόλη μου;"
Η Πορεία των Ιησουϊτών
Είχαν περάσει χρόνια που κανείς δεν είχε βγει από το Μοναστήρι των Ακοιμήτων. Οι μοναχοί, αεικίνητοι και απασχολημένοι, πάντα έδιναν μια απόκοσμη ζωή σε αυτό το μέρος. Ψιλόλιγνες φιγούρες που κινούνταν σπασμωδικά, εξαφανίζονταν για ώρες και εμφανίζονταν σε διαφορετικά μέρη του μοναστηριού, θνητοί υπηρέτες δύο κυρίων, του επίγειου και του θείου, έκαναν όλη την ώρα τις δουλειές που απαιτούσε η θέση τους. Και στο πιο σκοτεινό σημείο αυτού του ιερου μέρους δύο άντρες σε βαθιά περισυλλογή, ενωμένοι σε αυτές τις δύσκολες ώρες.
Και τώρα, μια μεγάλη συνοδεία τους ακολουθούσε έξω από τον περίβολο του Μοναστηριού. Η αργές τους κινήσεις δεν ήταν απόρροια διστακτικότητας. Αναγνώριζαν όλοι, μέχρι τον τελευταίο πως περπατούσαν θαρραλέα μεν, επιφυλακτικά δε, στο βασίλειο κάποιου άλλου. Ο Συμεών ατένιζε την Κωνσταντινούπολη, αόριστα προς τη μεριά του Μεγάλου Ανακτόρου, ενώ ο Τζεζού κρατούσε τα μάτια του κλειστά, σαν να ήθελε να παγιδεύσει κάθε σκέψη του μέσα στο κεφάλι του. Τα άλογα γνώριζαν τον δρόμο και, σαν να ένιωθαν και αυτά τη σοβαρότητα της κατάστασης, κρατούσαν τα κεφάλια χαμηλά σε ένδειξη σεβασμού, οδηγώντας τους Ιησουίτες Τζιμίσι προς την Σύνοδο.
Και τώρα, μια μεγάλη συνοδεία τους ακολουθούσε έξω από τον περίβολο του Μοναστηριού. Η αργές τους κινήσεις δεν ήταν απόρροια διστακτικότητας. Αναγνώριζαν όλοι, μέχρι τον τελευταίο πως περπατούσαν θαρραλέα μεν, επιφυλακτικά δε, στο βασίλειο κάποιου άλλου. Ο Συμεών ατένιζε την Κωνσταντινούπολη, αόριστα προς τη μεριά του Μεγάλου Ανακτόρου, ενώ ο Τζεζού κρατούσε τα μάτια του κλειστά, σαν να ήθελε να παγιδεύσει κάθε σκέψη του μέσα στο κεφάλι του. Τα άλογα γνώριζαν τον δρόμο και, σαν να ένιωθαν και αυτά τη σοβαρότητα της κατάστασης, κρατούσαν τα κεφάλια χαμηλά σε ένδειξη σεβασμού, οδηγώντας τους Ιησουίτες Τζιμίσι προς την Σύνοδο.
Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010
Στη Φυλακή
Ο αέρας μύριζε κλεισούρα και θάνατο, πείνα και απόγνωση. Κάτι σκίρτησε μέσα του, μα οι περιστάσεις δεν του επέτρεπαν να νιώσει σαν στο σπίτι του. Γύριζε αργά το βλέμμα, περπατώντας στο ρυθμό που επέβαλαν οι δεσμοφύλακες. Το μπουντρούμι ήταν πιο σιωπηλό από όσο περίμενε. Αργότερα σκέφτηκε πως δεν ήταν μια απλή φυλακή για τον καθέναν. Οι τρόφιμοι ήταν όλοι χρόνια νεκροί, ακόμα και όσοι έγερναν από τα κελιά τους να κοιτάξουν την νέα άφιξη. Έτσι η σιωπή βασίλευε, πλεγμένη με τη σκιά, και ο θόρυβος από τη Ζάβα, την αλυσιδωτή πανοπλία των φρουρών, με το τακτικό τους βήμα να δίνει το ρυθμό, έμοιαζε με αχτίνα μέσα στα σύννεφα. Μόνο που δεν έφεραν την ελπίδα, τη μέρα, τη ζεστασιά, παρά έναν κουρασμένο Καππαδοκιανό ονόματι Bernardo Gambelo-Giovanni.
Έψαχνε με το βλέμμα να αναγνωρίσει όλους τους συντρόφους του. Η πρώτη φιγούρα ήταν όρθια, μα κινούνταν στην γωνία που το λιγοστό φως του διαδρόμου δεν άγγιζε. Μα το κοντό, γεροδεμένο παράστημα τον βεβαίωσε πως ήταν ο Βαρώνος. Στεκόταν όπως ακριβώς τον είχε δει τελευταία φορά, την προηγούμενη νύχτα, με την πλάτη προς αυτόν και το κεφάλι πάντα ψηλά. Οι Gangrel του ήταν στα γειτονικά κελιά, μούγκριζαν και περπατούσαν, ανήσυχοι και απειλητικοί. Παραπέρα ο Tzimise Άρχοντας Νικηφόρος, βλοσυρός και σκεφτικός, τον χαιρέτισε με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού. Το απέναντι κελί φαινόταν άδειο και δίπλα δύο τεράστια χέρια που είχαν αρπάξει τα κάγκελα, σαν να περίμεναν την κατάλληλη στιγμή να τα ξεριζώσουν. Και αν δεν γινόταν να κάνει λάθος ως προς το άτομο που ήταν εκεί, η εικόνα που περίμενε να δει ήταν διαφορετική: ο γιγαντόσωμος Vargsieg ήταν γονατισμένος με τα χέρια στην πόρτα και μουρμούριζε. Η εικόνα και μόνο του ηττημένου Gangrel, του Θηρίου που φυλακίστηκε, ήταν ικανή να ρίξει το ηθικό του Καππαδοκιανού.
Προσπάθησε να δει αν κάποιος είχε γλιτώσει, μα ήξερε πως και σε αυτήν την περίπτωση δεν θα ήταν για πολύ. Ήταν ένας από τους λόγους που είχε παραδωθεί, μαζί με την πίστη του πως οι πράξεις του δεν θα επισύρουν κάποια ποινή.
Έψαχνε με το βλέμμα να αναγνωρίσει όλους τους συντρόφους του. Η πρώτη φιγούρα ήταν όρθια, μα κινούνταν στην γωνία που το λιγοστό φως του διαδρόμου δεν άγγιζε. Μα το κοντό, γεροδεμένο παράστημα τον βεβαίωσε πως ήταν ο Βαρώνος. Στεκόταν όπως ακριβώς τον είχε δει τελευταία φορά, την προηγούμενη νύχτα, με την πλάτη προς αυτόν και το κεφάλι πάντα ψηλά. Οι Gangrel του ήταν στα γειτονικά κελιά, μούγκριζαν και περπατούσαν, ανήσυχοι και απειλητικοί. Παραπέρα ο Tzimise Άρχοντας Νικηφόρος, βλοσυρός και σκεφτικός, τον χαιρέτισε με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού. Το απέναντι κελί φαινόταν άδειο και δίπλα δύο τεράστια χέρια που είχαν αρπάξει τα κάγκελα, σαν να περίμεναν την κατάλληλη στιγμή να τα ξεριζώσουν. Και αν δεν γινόταν να κάνει λάθος ως προς το άτομο που ήταν εκεί, η εικόνα που περίμενε να δει ήταν διαφορετική: ο γιγαντόσωμος Vargsieg ήταν γονατισμένος με τα χέρια στην πόρτα και μουρμούριζε. Η εικόνα και μόνο του ηττημένου Gangrel, του Θηρίου που φυλακίστηκε, ήταν ικανή να ρίξει το ηθικό του Καππαδοκιανού.
Προσπάθησε να δει αν κάποιος είχε γλιτώσει, μα ήξερε πως και σε αυτήν την περίπτωση δεν θα ήταν για πολύ. Ήταν ένας από τους λόγους που είχε παραδωθεί, μαζί με την πίστη του πως οι πράξεις του δεν θα επισύρουν κάποια ποινή.
Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009
Ελευθερία
Οι φαρδιές πλάκες της Μέσης γυάλιζαν από τη βροχή που συνέχιζε να πέφτει για δεύτερη συνεχόμενη νύχτα στην Κωνσταντινούπολη. Το πράσινο της μούχλας έλαμπε σαν σμαράγδι και οι αρμοί γέμιζαν με νερό σαν μικροσκοπικά ποταμάκια. Δεξιά και αριστερά το γρασίδι δροσιζόταν και αυτό και έτρεμε κάτω από το βάρος της βροχής. Τα ρούχα του Gabryn είχαν βαρύνει και είχαν κολλήσει στο σώμα του, παγώνοντας τις αρθρώσεις του, μα δεν τον ενοχλούσε. Είχε την διάθεση ενός μικρού παιδιού. Για στιγμές δεν ένιωθε Καϊνίτης, δεν ένιωθε το βάρος της κατάρας του, ένιωθε απλά σαν ένα μικρό παιδί, χαρούμενο και ξετρελαμένο με το φυσικό φαινόμενο, προσπαθώντας να συλλάβει τη φύση και τη σημασία του, μα κυρίως συνεπαρμένο από το μεγαλείο του. Περπατούσε γρήγορα, μα όχι βιαστικά. Ήταν η καλή του διάθεση που του έδινε ώθηση. Ήταν τα πάντα σε αυτή τη σκηνή, ειδικά η μοναξιά του. Ήταν ολομόναχος, είχε όλο το περιβάλλον του στη διάθεσή του, να παίξει μαζί του, όπως ποτέ δεν κατάφερε να παίξει στα παιδικά του χρόνια. Στα χέρια του έπαιζε πάντα το πορφυρό μαντήλι του Γρηγορίου. Το κοίταγε ανυπόμονα, σαν να περίμενε από αυτό να τον μεταφέρει μπροστά στο χρόνο, να βρει τον Ομοπάτριό του και εκείνος να τον οδηγήσει στον Άρχοντα Πετρόνιο. Μα ταυτόχρονα ευχόταν να μπορούσε για μια μέρα ολόκληρη να περπατάει στη Βασιλεύουσα, να κάνει βόλτες όπως τώρα: μόνος, καθαρός και ήρεμος. Ελεύθερος. Πάνω απ' όλα ελεύθερος.
Ένας βαθύς και δυνατός ήχος, που απλώθηκε σε όλη την περιοχή, του απέσπασε την προσοχή. Μα δεν έδιωξε το συναίσθημα. Κοίταξε προς τα βόρεια. Η Αγία Σοφία. Οι καμπάνες της χτυπούσαν, χωρίς προφανή λόγο. Δεν ήξερε πολλά για τα Χριστιανικά Μυστήρια, μα η ώρα ήταν περασμένη. Απέμεινε σαν υπνωτισμένος να κοιτάζει την κολοσσιαία εκκλησία και το αίσθημα της ελευθερίας τον έπνιξε, με τον ήχο της καμπάνας να βάζει ένα υπέροχο χαλί στις φαντασιώσεις του Gabryn. Δεν είχε νιώσει έτσι ποτέ. Δεν μπορούσε να κινηθεί. Ήταν η βροχή ή κάτι άλλο, δεν μπορούσε να καταλάβει. Μα η Αγία Σοφία έλαμψε για μια στιγμή, με το φως χιλίων αστεριών. Τότε η καμπάνα σταμάτησε. Οι σταγόνες της βροχής, που φάνηκαν να στέκονται μετέωρες για εκείνη τη στιγμή, συνέχισαν να πέφτουν με μεγαλύτερη ορμή. Ο ουρανός άστραψε και βρόντηξε. Η βροχή έγινε καταιγίδα σε δευτερόλεπτα - ή ήταν λεπτά, ώρα; Ο Gabryn δεν μπορούσε να πει. Το αίμα του κύλησε στις φλέβες του και του έδωσε την προσωρινή ζωή που δίνει στο νεκρό σώμα των Καϊνιτών. Εξέπνευσε. Είχε ανάγκη τον αέρα, όχι για να ζήσει, μα για να ηρεμήσει. Ένιωθε ένα τεράστιο χέρι να τον σέρνει μακριά από το συναίσθημα ελευθερίας που τον γέμιζε μέχρι πριν λίγο. Ήθελε να βρει ένα καταφύγιο, γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Έτρεξε σφίγγοντας το μαντήλι στα χέρια του. Γλίστραγε, σκόνταφτε, μα συνέχισε να τρέχει προς το φόρουμ, σαν να τον κυνηγούσε ο σατανάς ο ίδιος.
Έπεσε πάνω στην προκαθορισμένη κολώνα με δύναμη, γλιστρώντας στο μάρμαρο. Προσπάθησε να κρατηθεί από την κολώνα, μα κι αυτή γλιστρούσε, αφήνοντάς τον να πέσει στη βάση της. Πόνεσε, μα κατάφερε να σταθεί ξανά όρθιος, βαριανασαίνοντας, και τύλιξε το μαντήλι γύρω από την κολώνα. Άρχισε να τριγυρίζει στο φόρουμ, τρεκλίζοντας, περιμένοντας ανυπόμονα τον Ομοπάτριό του.
Ένας βαθύς και δυνατός ήχος, που απλώθηκε σε όλη την περιοχή, του απέσπασε την προσοχή. Μα δεν έδιωξε το συναίσθημα. Κοίταξε προς τα βόρεια. Η Αγία Σοφία. Οι καμπάνες της χτυπούσαν, χωρίς προφανή λόγο. Δεν ήξερε πολλά για τα Χριστιανικά Μυστήρια, μα η ώρα ήταν περασμένη. Απέμεινε σαν υπνωτισμένος να κοιτάζει την κολοσσιαία εκκλησία και το αίσθημα της ελευθερίας τον έπνιξε, με τον ήχο της καμπάνας να βάζει ένα υπέροχο χαλί στις φαντασιώσεις του Gabryn. Δεν είχε νιώσει έτσι ποτέ. Δεν μπορούσε να κινηθεί. Ήταν η βροχή ή κάτι άλλο, δεν μπορούσε να καταλάβει. Μα η Αγία Σοφία έλαμψε για μια στιγμή, με το φως χιλίων αστεριών. Τότε η καμπάνα σταμάτησε. Οι σταγόνες της βροχής, που φάνηκαν να στέκονται μετέωρες για εκείνη τη στιγμή, συνέχισαν να πέφτουν με μεγαλύτερη ορμή. Ο ουρανός άστραψε και βρόντηξε. Η βροχή έγινε καταιγίδα σε δευτερόλεπτα - ή ήταν λεπτά, ώρα; Ο Gabryn δεν μπορούσε να πει. Το αίμα του κύλησε στις φλέβες του και του έδωσε την προσωρινή ζωή που δίνει στο νεκρό σώμα των Καϊνιτών. Εξέπνευσε. Είχε ανάγκη τον αέρα, όχι για να ζήσει, μα για να ηρεμήσει. Ένιωθε ένα τεράστιο χέρι να τον σέρνει μακριά από το συναίσθημα ελευθερίας που τον γέμιζε μέχρι πριν λίγο. Ήθελε να βρει ένα καταφύγιο, γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Έτρεξε σφίγγοντας το μαντήλι στα χέρια του. Γλίστραγε, σκόνταφτε, μα συνέχισε να τρέχει προς το φόρουμ, σαν να τον κυνηγούσε ο σατανάς ο ίδιος.
Έπεσε πάνω στην προκαθορισμένη κολώνα με δύναμη, γλιστρώντας στο μάρμαρο. Προσπάθησε να κρατηθεί από την κολώνα, μα κι αυτή γλιστρούσε, αφήνοντάς τον να πέσει στη βάση της. Πόνεσε, μα κατάφερε να σταθεί ξανά όρθιος, βαριανασαίνοντας, και τύλιξε το μαντήλι γύρω από την κολώνα. Άρχισε να τριγυρίζει στο φόρουμ, τρεκλίζοντας, περιμένοντας ανυπόμονα τον Ομοπάτριό του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)